Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καστοριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καστοριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

Αύριο…


 

© Λεωνίδας Παπάζογλου/συλλογή Γ. Γκολομπία

 

…η σφυριά «κατακυρώνεται στον…» της δημοπρασίας,  θα μοιάζει ίσως σα να καρφώνει ένα από τα τελευταία καρφιά στο φέρετρο μιας πόλης. Εν προκειμένω, της Καστοριάς...

Δόθηκε κάποια δημοσιότητα σήμερα –Κάλλιο αργά ποτέ– από τα media (πχ «Καθημερινή» και  LIFO). Για τον Δήμο της Καστοριάς, την Περιφέρεια, τους Πολιτικούς και πολιτιστικούς «ταγούς» ίσχυσε το ακριβώς ανάποδο: «Κάλλιο ΠΟΤΕ παρά ΑΡΓΑ!». Tα λόγια του Κωστή Αντωνιάδη δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αισιοδοξία:

Αύριο 22/2 με ανάμικτα συναισθήματα θα περιμένω το αποτέλεσμα της δημοπρασίας της συλλογής των έργων του Λεωνίδα Παπάζογλου. Εύχομαι η συλλογή να παραμείνει ακέραια στην Ελλάδα, να συντηρηθούν οι γυάλινες πλάκες (το έχουν ανάγκη), να ολοκληρωθεί η τεκμηρίωσή τους και να αξιοποιηθεί πλήρως το περιεχόμενό τους

ΕΔΩ το δημοσίευμα τής  LIFO

 

ΥΓ. Απόψε, με λιανοκέρια, μέσα στο ημίφως, σιωπηλοί όλοι οι Καστοριείς και ασκεπείς, με το Δεσπότη τους και τις Αρχές μαζί, να παρασταθούν έπρεπε στις ακοίμητες φωτογραφίες, στο Βεργουλάδικο, που μέσα τους αστράφτουν τ' άσπρα πουκάμισα των εικονιζομένων. Σαν να ξενυχτούν, αποχαιρετώντας προσφιλή νεκρό... Γιατί, αύριο, μόλις ακουστεί η κραυγή «Εάλω!», τα κάδρα με μιας θα αδειάσουν. Και οι φωτογραφίες δεν θα 'ναι πια εκεί...



 


Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Μια βιβλιοθήκη


 Αλέξανδρέ μου,
 φίλε ακριβέ
 περαστικά!!!!






Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καστοριάς 

ως Κέντρο του Κόσμου


                                           του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου

[...] Ανασηκώνοντας τα μάτια από τις σελίδες της εφημερίδας η Δήμητρα στρέφει το βλέμμα στην άδεια βιβλιοθήκη. Παρότι ο άντρας της χάθηκε, αισθάνεται δεσμευμένη, σαν να βιώνει μια προέκταση πέρα από τον εαυτό της, προς έναν κόσμο απροσδιόριστο αλλά υπαρκτό. Για χρόνια δεν γνώριζε το νόημα της μετάνοιας, αλλά τώρα έμενε άλαλη μπροστά στην ασημαντότητα της ύπαρξής της. Η ψυχή της που περιπλανιόταν σε κρυμμένες και σκοτεινές αλέες, ήθελε έναν δρόμο αυθεντικό και εξαγνισμένο, όχι από πίστη στη ζωή, αλλά γιατί έπρεπε να καταλάβει, να δικαιολογήσει, και να δεχτεί το θάνατο. Ποια σκέψη θα μπορούσε να φτάσει στην διατύπωση «αγαπάτε αλλήλους», αν η αγάπη δεν παραμείνει αγάπη ως το τέλος, χωρίς εξαιρέσεις; Κι έτσι ολόκληρη η ζωή, που δεν είναι παρά φρίκη και άχθος, φωτίζεται. Δεν ήταν ένα αυθεντικό μέλλον που επεδίωκε, όσο ένα αυθεντικό παρόν. Δεν επιθυμούσε το δέος που προέρχεται από την ιερότητα, από τον φόβο, από την τρομερή παρουσία, αλλά το δέος μπροστά στην άφατη αγάπη. 


Μερικές φορές την επισκεπτόταν ο Θεόδωρος Ταμπάκης. ΄Εχουν κουβεντιάσει για την βιβλιοθήκη και την ησυχία της, ότι μπορούσε να μένει εκεί για ώρες, χωρίς να την ενοχλεί η παρουσία κανενός. Τούτο όμως δεν σήμαινε πως ένιωθε μόνη. Δεν ήταν μόνο η υποβολή από την παρουσία των βιβλίων στα ράφια˙ ανοίγοντάς τα ο χώρος γέμιζε από μύριες ανάσες, καθώς μέσα από τις γραμμές των βιβλίων ξεπηδούσαν οι αναπνοές εκείνων που τα έγραψαν και την έπαιρναν μαζί τους διασχίζοντας τους ωκεανούς της γραφής, για να επιστρέψει πάλι εκεί απ’ όπου ξεκίνησε με κατάγραφα τα δώματα της ψυχής της. Σε κάθε βιβλίο συμποσούνταν η πνοή του ανθρώπου, κάθε βιβλίο ήταν και ένας άνθρωπος ξεχωριστός, διατηρώντας μια σωματικότητα που υπερέβαινε το συγκεκριμένο σχήμα του. Παράξενες συγκινήσεις την κατέκλυζαν τότε, καθώς οι υποτυπώδεις κατάλογοι των βιβλίων που υπήρχαν την ανάγκαζαν να ψάχνει στα ράφια, ανακαλύπτοντας βιβλία που ούτε υποψιαζόταν την ύπαρξή τους, και η ανακάλυψη αυτή πολλές φορές λάβαινε τον χαρακτήρα αποκάλυψης.

Μήπως η φτωχική και απόμερη Δημοτική βιβλιοθήκη της Καστοριάς, στο ισόγειο του παλιού διώροφου κτιρίου του Δημαρχείου, συνδεόταν με αόρατες ανεμόσκαλες και κλίμακες στριφογυριστές, σαν μια τετράπλευρη απόφυση που παραστράτησε, με τα κανονικά εξάγωνα της ατελεύτητης Βιβλιοθήκης που είναι το σύμπαν*, όπως οι σκοτεινές γαλαρίες της σπηλιάς του Δράκου, πριν την Μαυριώτισσα, συνδέονταν με τον κάτω κόσμο; ΄Η μήπως ήταν το ίδιο το κέντρο του σύμπαντος, που για να το γνωρίσεις πρέπει να καταδυθείς στα έγκατα της υπάρξεως, με τρόπο ανάλογο της περιγραφής του Ιουλίου Βερν στο «Ταξίδι στο κέντρο της γης»;

Στη Θεσσαλονίκη συχνά την έπαιρνε η μητέρα της να επισκεφτούν μια θεία στο συνοικισμό Ευαγγελιστρίας, πίσω απ’ το νεκροταφείο. Η διαδρομή με το λεωφορείο της φαινόταν ταξίδι. Δεν είχε γεμίσει ο τόπος σπίτια που φέρανε τον συνοικισμό κοντά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.  Θεωρούσε το νεκροταφείο Ευαγγελιστρίας, με το γκρίζο χώμα, τη μεγάλη καγκελωτή πόρτα, τους κτιστούς τάφους με τα λουλούδια και τα κεριά, αναπόσπαστο τμήμα του τοπίου, που μετά το Προσφυγικό Νοσοκομείο, νυν Γεννηματά, αναδυόταν τα μάτια της. Τώρα το νεκροταφείο είχε κλείσει, δεν έθαβαν άλλους νεκρούς. ΄Ελεγαν πως το χώμα είχε κορεσθεί και δεν σήκωνε άλλο. Ωστόσο, στο νεκροταφείο Ευαγγελιστρίας οι νεκροί έλιωναν, ενώ στο νέο νεκροταφείο η «Ανάστασις του Κυρίου» στη Θέρμη, το κόκκινο χώμα είχε αποδειχτεί ακατάλληλο και πολλοί έβγαιναν άλιωτοι. Απορούσε όταν κάποιοι επέμεναν να φύγουν τα μνήματα απ’ την Ευαγγελίστρια, και στη θέση τους να γίνει πάρκο. Θεωρούσε το πάρκο πολύ φτωχό αντιστάθμισμα του παρελθόντος χρόνου που ήταν θαμμένος  εκεί. ΄Αλλοι υποστήριζαν αναχρονιστική την παραμονή του νεκροταφείου μέσα στην πόλη, εστία μολύνσεως, ενάντια στην πρόοδο και την αξιοποίηση της περιοχής [...]

*Αλεξ. Κοσματόπουλος Τα δυό φορέματα.Τρίτη αναθεωρημένη έκδοση, εκδόσεις Μυγδονία, 2008.

**Βλ. Jorge Luis Borges, Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ, («Περί Βιβλιοθηκών», εκδ. ΑΓΡΑ 1993). 



 
Η Άκρα Ταπείνωση. Από αμφιπρόσωπη εικόνα , τελευταίο τέταρτο του 12ου αιώνα, αυγοτέμπερα σε ξύλο, αγνώστου δημιουργού,  Βυζαντινό μουσείο Καστοριάς.