
(Δημοσιεύτηκε στο Docville της εφημερίδας Documento την Κυριακή 23/6/2019)
Ο ηλικιωμένος άνδρας ξεφυλλίζει το άλμπουμ με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες κι οι αναμνήσεις ξεχύνονται αβίαστα. Οι εικόνες ζωντανεύουν. Μπροστά στο καφέ «Λα Ροτόντ ντε Μπελβίλ» μια ομάδα ανδρών, πάνω από είκοσι τον αριθμό, άλλοι καθιστοί άλλοι όρθιοι. Με κοστούμι, γραβάτα, καβουράκι, δεκαετία του είκοσι, κοιτάνε κατ ευθείαν στο φακό και γεμίζουν το κάδρο.
«Ὀλοι αυτοί ήταν έλληνες» σχολιάζει και συμπληρώνει: «Η Μπελβίλ της εποχής εκείνης ήταν μια μικρή Ελλάδα».

Ο άντρας που μιλάει είναι ο Κλεμάν Λεπίδης, φιλολογικό όνομα του βραβευμένου Γάλλου λογοτέχνη που το πραγματικό του είναι Κλεάνθης Τσελεμπίδης. Η Μπελβίλ είναι το «χωριό» που γεννήθηκε και τα βιβλία που έγραψε γι αυτήν τον ανέδειξαν ως μια από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες αυτής της ξεχωριστής συνοικίας του Παρισιού.
Ελάχιστα γνωστός στην Ελλάδα, αφού μόνο δυο από τα τριάντα περίπου βιβλία του έχουν μεταφραστεί. Ελάχιστα γνωστή κι αυτή η συνοικία του Παρισιού που έφτασε κάποτε να φιλοξενεί χιλιάδες έλληνες. Οι τουριστικοί οδηγοί ποτέ δεν την περιέλαβαν. Ποιον ενδιαφέρει μια εργατική γειτονιά, θα σκέφτηκαν. Ειδικά μάλιστα όταν αποτέλεσε το τελευταίο προπύργιο της Κομμούνας του 1871!
Το όνομά της έγινε περισσότερο γνωστό τα τελευταία χρόνια με την κυκλοφορία της περίφημης ταινίας κινουμένων σχεδίων «Το τρίο της Μπελβίλ» (Les Triplettes de Belleville ο αυθεντικός τίτλος) του Sylvain Chomet.
Ο Κλεμἀν Λεπίδης δεν ζει πια. Τη μαρτυρία του, γραμμένη σε μια κασέτα VHS την οφείλουμε στο Ροβήρο Μανθούλη. Ανέκδοτη μέχρι τώρα. Ο Μανθούλης, το 1993, όταν ήταν πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας του Παρισιού έβαλε μπρος να δημιουργήσει ένα ιστορικό αρχείο με μαγνητοσκοπημένες συνεντεύξεις των ελλήνων του Παρισιού. Έργο που κανείς δεν φρόντισε να συνεχίσει.
Ο εμβληματικός Κλεμάν Λεπίδης
Ο Λεπίδης είναι ένας από τους σημαντικότερος ελληνικής καταγωγής συγγραφείς της Γαλλίας. Με ρίζες στη Μικρά Ασία. Ο παππούς του κατάγονταν από το Εσκί Σεχίρ. Για την ακρίβεια από το Κισκίν, ένα γειτονικό χωριό. Αργότερα μετακινήθηκε στο Εσκί Σεχίρ. Ήταν πλούσιος, γαιοκτήμονας.
Ο πατέρας του γεννήκε το 1891 αλλά αναγκάστηκε να φύγει το 1910 γιατί δεν ήθελε να καταταγεἰ στον τουρκικό στρατό. Η μητέρα του, λέει, όταν πέρναγαν οι τούρκοι στρατιώτες τον έκρυβε σε ένα βαρέλι με τουρσί. Έζησε τις σφαγές Ελλήνων και Αρμενίων και άλλος δρόμος από την ξενητιά δεν υπήρχε.
« Ήθελε να είναι Βυζαντινός. Δεν ήθελε να γίνει στρατιώτης του Σουλτάνου», θυμάται ο Κλεμάν Λεπίδης. Ασκούσε το επάγγελμα του υποδηματοποιού. Κατασκευαζε παπούτσια για τις κυρίες της υψηλής κοινωνίας.
Από την Τουρκία έφτασε στο λιμάνι της Μασαλίας μαζί με άλλους. Από κει ανέβηκαν βόρεια. Μερικοί εγκαταστάθηκαν στη Λυόν, άλλοι το Σεντ Ετιέν και οι πιο τολμηροί, οι «πιο γεναίοι», έφτασαν μέχρι το Παρίσι. Στο Παρίσι εγκαταστάθηκαν στη γειτονιά της Μπελβίλ, μια γειτονιά στα βορειονανατολικά της μεγαλούπολης, σκαρφαλωμένη στον πιο ψηλό της λόφο.
Γιατί στη Μπελβίλ; Γιατί εδώ ήταν ήδη εγκατεστημένη η βιομηχανία υποδημἀτων. Υπήρχαν δυο εργοστάσια. Και για τους έλληνες αυτή ήταν μια πηγή εργασίας.
«Εδώ έφτιαχναν τα πιο ωραία παπούτσια της Γαλλίας, λέει ο Κλεμάν. Κι ο πατέρας μου έφτιαξε ένα μικρό εργοστάσιο που είχε καμιά εικοσαριά εργάτες.» Η μάρκα που έβαζε στα παπούτσια του ήταν «Ανδρομάχη».
Πόσοι έλληνες ήταν τότε στη Μπελβίλ, τον ρωτάει ο Μανθούλης. «Δεν ξέρω, πολλοί, 2,3, 4 χιλιάδες. Μερικοί ραφτάδες αλλά οι περισσότεροι υποδηματοποιοί.»
Ο πατέρας του, ήταν «ειρηνιστής». Αλλά ὀταν ξεκίνησε ο πρώτος παγόσμιος πόλεμος, στρατεύτηκε. Ήταν στο πρώτο τάγμα των ξένων που στρατολογήθηκαν στη Γαλλία και πολέμησε στο Βερντέν.
Η ζωή στη Μπελβίλ

Η Μπελβίλ την περίοδο του μεσοπολέμου είχε την ατμόσφαιρα ενός χωριού. Υπήρχε πολύ αδελφοσύνη. Έβγαινες από το σπίτι κια άφηνες τα κλειδιά στην πόρτα.
Η ζωή στην Μπελβίλ ήταν εύκολη, λέει ο Κλεμάν Λεπίδης. Οι έλληνες κέρδιζαν αρκετά χρήματα. Πολλλοί είχαν ακόμα και αυτοκίνητο, την εποχή που τα αυτοκίνητα ήταν σπάνια. Σπαταλούσαν εύκολα τα χρήματα στα γλέντια. Εκτός από τα αφεντικά και οι εργάτες κέρδιζαν πολλά χρήματα γιατί ήταν πολύ καλοί τεχνίτες. Καταφέρνανε να φτιάχνουν 15 ζευγάρια παπούτσια τη μέρα.
Δεκαετία του 20 και 30 στη γειτονιά υπήρχαν δυο ελληνικά μπακάλικα και πηγαίναν οι έλληνες τα Σάββατα και γέμιζαν τις τσάντες με μπακλαβάδες, παστουρμά, σουτζούκια, τυριά, ελιές.
«Τις κυριακές ο πατέρας μου μάζευε άλλους έλληνες στο σπίτι, κι αυτούς τσαγκάρηδες, για να φάνε όλοι μαζί και τραγουδούσαν αμανέδες. Απέναντι από το σπίτι μας ήταν το ελληνικό εστιατόριο του Σταμάτη. Μια φορά τη βδομάδα, συνήθως Σάββατα το εστιατόριο γέμιζε και τραγούδαγαν ελληνικά, χόρευαν τσιφτετέλι. Παράδοξο, σήμερα είναι ένα τούρκικο εστιατόριο.»
Να συμπληρώσουμε πως σήμερα η ταβέρνα του Σταμάτη είναι η γκαλερί ενός τούρκου ζωγράφου!
Ο κόσμος διασκεδαζε πολύ στην Μπελβίλ, την εποχή των παιδικών χρόνων του Κλεμάν που γεννήθηκε το 1920. Και δεν χρειαζόταν να πάνε αλλού στο Παρίσι για να βρουν κέντρα διασκέδασης. «Υπήρχε ότι χρειαζόμασταν, μπαλ μυζέτ, μιούζικ χωλ όπου έρχονταν οι πιο μεγάλοι τραγουδιστές της εποχής, ο Σαρλ Τρενέ, ο Μωρίς Σεβαλιέ, η Εντίθ Πιάφ που έμενε στη Μπελβίλ. Ακόμα και μασαζ ταυλανδέζικο είχαμε!»
«Ο πατέρας μου ήταν ο σοφός της Μπελβίλ, συνεχίζει ο Κλεμάν. Όταν κάποιος είχε ένα πρόβλημα οικογενειακό ή οικονομικό απευθυνόταν στον πατέρα μου κι αυτός του έδινε τη λύση.»
Οι έλληνες ήταν οι πιο αγαπητοί από τους ξένους. Και οι Αρμἐνηδες. Εξ αιτίας αυτού πήρχαν πολλοί γάμοι ανάμεσα σε έλληνες και γάλλους,. Η μητέρα του Κλεμάν είναι γαλλίδα.
Στο σχολείο είχε συμμαθητή τον Henri Krasucki που αργότερα έγινε Γενικός Γραμματέας της πανίσχυρης τότε Γενικής συνομοσπονδίας Εργασίας. Πολωνικής καταγωγής.
Το σπίτι τους βρίσκονταν στην οδό Πιά. Υπάρχει ακόμα. Όταν το αγόρασαν είχε τρεις ορόφους. Στην πίσω αυλή έστησαν το εργαστήριο των παπουτσιών.
Τα πρώτα χρόνια του Κλεμάν

Μετά το τέλος του σχολείου ο Κλεμάν έκανε πολλές δουλιές. Ξεκίνησε σε ένα τυπογραφείο που φτιάχνανε χρωματιστά χαρτιά. Συνέχισε σε ένα εργαστήριο που κατασκευάζανε ραδιόφωνα και αργότερα σαν βοηθός φωτογράφου σε ένα φωτογραφείο στην πιο αριστοκρατική γειτονιά του Παρισιού όπου φωτογραφίζονταν ακόμα και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας!
Κατέληξε υπάλληλος στο χρηματιστήριο του Παρισιού και έμεινε μέχρι την έκκρηξη του πολέμου. «Θα μπορούσα να γίνω χρηματιστής ή τραπεζίτης, αλλά ήρθες ο πόλεμος» συμπληρώνει χωρίς φυσικά να το πιστεύει.
Πήγε στο πόλεμο, αποστρατεύτηκε αλλά, όπως λέει, δεν θέλει να μιλάει για τα χρόνια της κατοχής. Για να επιβιώσει έκανε τον αντιπρόσωπο προφυλακτικών! « Έφυγα από το παρίσι με δυο βαλίτσες προφυλακτικά που τα πούλαγα σε μπουρδέλα και ξενοδοχεία.»
Όταν ήρθαν οι αμερικάνοι, ξαναπήγε στο στρατό και υπηρέτησε στη Γερμανία και την Αυστρία. Επιστρέφοντας στο Παρίσι αποφάσεσε να ανοίξει ένα εργαστήριο παπουτσιών συνεταιρικά με κάποιον άλλο.
«Κράτησα τη φίρμα του πατέρα μου «Ανδρομάχη». Τα πήγα όμως άσχημα. Ο πατέρας μου όταν είδε το συμβόλαιο που είχα κάνει με το συνεταίρο μου πρόβλεψε ότι δεν θα πάμε μακριά. Έτσι έγινε. Αν και το εργαστήριο και τα μηχανήματα ήταν δικά μου, ο συνεταίρος μου με έριξε και με πέταξε έξω.»
Στροφή στη λογοτεχνία
Ο «Τροπικός του Καρκίνου» του Χένρυ Μιλλερ ήταν το καθοριστικό βιβλίο που άνοιξε το δρόμο της λογοτεχνίας στον Κλεμάν. Του το έφερε ένας φίλος μια μέρα που ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Αυτό το βιβλίο, όπως λέει, τον έκανε να δει τα πράγματα διαφορετικά.
«Μου άνοιξε τα μάτια. Ήθελα να απελευθερωθὠ από τον εαυτό μου. Κι έτσι ανακάλυψα ότι υπήρχε μια άλλη ζωή πέρα από το φαγητό, τον ύπνο, τη δουλειά. Ότι υπήρχε μια πνευματική ζωή. Μέχρι τότε δεν είχα διαβάσει κανένα βιβλίο.»
Έτσι ξεκίνησε να γράφει. Παράλληλα του άνοιξε κι ένας άλλος δρόμος.
«Την ίδια εποχή απόχτησα συνείδηση της ελληνικότητἀς μου. Ο Μίλερ μου έδωσε μια εικὀνα της Ελλάδας διαφορετική από αυτή που έδιναν τα πρακτορεία ταξιδίων. Ο Κολοσός του Μαρουσιού με σημάδεψε πολύ. Θυμάμαι ότι έκλαιγα διαβάζοντάς το.»
Τότε γεννήθηκε η επιθυμία να πάει στην Ελλάδα να γνωρίσει τη χώρα του πατέρα του. «Τότε ήμουν πάνω από τα 30».
Έγραψε 28 βιβλία. Η ζωή της Μπελβίλ είναι πολύ έντονη σε αυτά. Αλλά δεν λείπουν και τα ελληνικά θέματα.
«Γράφω γαλλικά αλλά σκέφτομαι ελληνικά» τονίζει με έμφαση και επαναλαμβάνει τη φράση για την περίπτωση που δεν έγινε κατανοητή. Και μ αυτή τελειώνει το βίντεο του Ροβήρου Μανθούλη.
Έφυγε από τη ζωή το 1997.

ΡΙΣΑΡ ΤΣΕΛΕΜΠΙΔΗΣ
Ο Ρισάρ Τσελεμπίδης είναι γιός του Κλεμάν. Περιδιαβαίνουμε τη Μπελβίλ αναζητώντας τα ίχνη της παλιάς πόλης. Δυστυχώς ελάχιστα. Μόνο στην κορφή του λόφου, στην γειτονιά Ζουρντέν μπορείς να βρεις ακόμα λίγη από τη ζωή της παλιάς γειτονιάς. Της «γαλλικής Μπελβίλ» όπως την ονομάζει ο Ρισάρ αν και ξέρει ότι η γειτονιά ήταν μια βαβέλ εθνικοτήτων.
Όσο κατεβαίνεις προς το μπουλβάρ Μπελβίλ, που αποτελεί και το όριο με το Παρίσι, το τοπίο αλλάζει κι αλλάζει χρόνο με το χρόνο. Κυριαρχούν τα «κινέζικα». Μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού τα παλιά μαγαζιά.
«Παλιά ο δρόμος ήταν γεμάτος με τα καροτσάκια των πλανόδιων πωλητών των τεσσάρων εποχών» μου λέει. Συναντάμε ένα τέτοιο καροτσάκι, αθέατο σχεδόν, μπροστά σε ένα σύγχρονο μανάβικο.
Την αυθεντική εικόνα της παλιάς Μπελβίλ τη βρίσκεις στις εσωτερικές αυλές που άλλοτε στέγαζαν τα εργαστήρια των βιοτεχνών. Τώρα φιλοξενούν καλλιτέχνες.
Στο χάρτινο τραπεζομάντηλο του αραβικού εστιατορίου που κάνουμε στάση για ένα αυθεντικό κους κους, ο Ρισάρ βγάζει ένα στυλό και γράφει. Μετά σκίζει το κομμάτι και μου το δίνει. Σε τέσσερις λέξεις έχει χαράξει την περιπέτεια της οικογένειάς του.
«Στην Τουρκία το ονομά μας ήταν Celebioglou. Όταν ο παππούς μου έφτασε στη Γαλλία, ο γάλλος τελωνιακός το άλλαξε. Εσύ είσαι έλληνας του είπε, θα σε γράψω Tchelebides. Τα άλλα αδέλφια του παππού μου, που πήγαν στην Ελλάδα, πήραν το όνομα Τσελεπίδης.»
Ο Ρισάρ, μετά από μια μακρά θητεία στον κινηματογράφο σαν μοντέρ και σκηνοθέτης αποφάσισε να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του. Μόλις κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα. Και τι άλλο θα μπορούσε να είναι παρά ένα «Χρονικό της Μπελβίλ»; Αλλά της σύγχρονης που σταδικά χάνει την ταυτότητά της.
Ο Ρισάρ δεν χρειάζεται να ανακαλύψει την ελληνικότητά του. Την κληρονόμησε από τον πατέρα του. Έρχεται συχνά στην Ελλάδα. Αναζητά όμως τους οικογενειακούς δεσμούς, τους δεσμούς με τους συγγενείς που με το χρόνο χάθηκαν. Υποσχέθηκα να τον βοηθήσω.
Όσοι διαβάσουν αυτές τις γραμμές και θέλουν να επικοινωνήσουν μαζί του ας μου γράψουν στο nikos.theodosiou@gmail.com.

Τίποτα απ΄ όλα αυτά. Το τηλεφώνημα τον ενημερώνει ότι ένα πειρατικό κανάλι με το σήμα ΕΔΤ ξεκίνησε σήμερα προβάλλοντας μια δική του ταινία! Κανάλι που αυτοπροσδιορίζεται ως κρατικό αλλά εκπέμπει από ιδιωτικό στούντιο με τη βοήθεια μεγάλων ιδιωτικών καναλιών που λειτουργούν παράνομα – με προσωρινές άδειες εδώ και 25 χρόνια! Η μόνη κρατική συμβολή σε αυτό οι ένοπλες αστυνομικές δυνάμεις που αποσύνδεσαν τους κρατικούς πομπούς και προστατεύουν το ιδιωτικό στούντιο! Χωρίς να τηρηθεί καμία νόμιμη διαδικασία.









