Η «ΜΙΚΡΗ ΕΛΛΑΔΑ» ΤΗΣ ΜΠΕΛΒΙΛ

(Δημοσιεύτηκε στο Docville της εφημερίδας Documento την Κυριακή 23/6/2019)

Ο ηλικιωμένος άνδρας ξεφυλλίζει το άλμπουμ με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες κι οι αναμνήσεις ξεχύνονται αβίαστα. Οι εικόνες ζωντανεύουν. Μπροστά στο καφέ «Λα Ροτόντ ντε Μπελβίλ» μια ομάδα ανδρών, πάνω από είκοσι τον αριθμό, άλλοι καθιστοί άλλοι όρθιοι. Με κοστούμι, γραβάτα, καβουράκι, δεκαετία του είκοσι, κοιτάνε κατ ευθείαν στο φακό και γεμίζουν το κάδρο.

«Ὀλοι αυτοί ήταν έλληνες» σχολιάζει και συμπληρώνει:  «Η Μπελβίλ της εποχής εκείνης ήταν μια μικρή Ελλάδα».

Clement Lepidis (1920 – 1997)

Ο άντρας που μιλάει είναι ο Κλεμάν Λεπίδης, φιλολογικό όνομα του βραβευμένου Γάλλου λογοτέχνη που το πραγματικό του είναι Κλεάνθης Τσελεμπίδης. Η Μπελβίλ είναι το «χωριό» που γεννήθηκε και τα βιβλία που έγραψε γι αυτήν τον ανέδειξαν ως μια από τις  πιο εμβληματικές προσωπικότητες αυτής της ξεχωριστής συνοικίας του Παρισιού.

Ελάχιστα γνωστός στην Ελλάδα, αφού μόνο δυο από τα τριάντα περίπου βιβλία του έχουν μεταφραστεί. Ελάχιστα γνωστή κι αυτή η συνοικία του Παρισιού που έφτασε κάποτε να φιλοξενεί χιλιάδες έλληνες. Οι τουριστικοί οδηγοί ποτέ δεν την περιέλαβαν. Ποιον ενδιαφέρει μια εργατική γειτονιά, θα σκέφτηκαν.  Ειδικά μάλιστα όταν αποτέλεσε το τελευταίο προπύργιο της Κομμούνας του 1871!

Το όνομά της έγινε περισσότερο  γνωστό τα τελευταία χρόνια με την κυκλοφορία της περίφημης ταινίας κινουμένων σχεδίων  «Το τρίο της Μπελβίλ»  (Les Triplettes de Belleville ο αυθεντικός τίτλος) του  Sylvain Chomet.

Ο Κλεμἀν Λεπίδης δεν ζει πια. Τη μαρτυρία του, γραμμένη σε μια κασέτα VHS την οφείλουμε στο Ροβήρο Μανθούλη. Ανέκδοτη μέχρι τώρα. Ο Μανθούλης, το 1993, όταν ήταν πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας του Παρισιού έβαλε μπρος να δημιουργήσει ένα ιστορικό αρχείο με μαγνητοσκοπημένες συνεντεύξεις των ελλήνων του Παρισιού. Έργο που κανείς δεν φρόντισε να συνεχίσει.

Ο εμβληματικός Κλεμάν Λεπίδης

Ο Λεπίδης είναι ένας από τους σημαντικότερος ελληνικής καταγωγής συγγραφείς της Γαλλίας. Με ρίζες στη Μικρά Ασία.  Ο παππούς του κατάγονταν από το Εσκί Σεχίρ. Για την ακρίβεια από το Κισκίν, ένα γειτονικό χωριό. Αργότερα μετακινήθηκε στο Εσκί Σεχίρ. Ήταν πλούσιος, γαιοκτήμονας.

Ο πατέρας του γεννήκε το 1891 αλλά αναγκάστηκε να φύγει το 1910 γιατί δεν ήθελε να καταταγεἰ στον τουρκικό στρατό. Η μητέρα του, λέει, όταν πέρναγαν  οι τούρκοι στρατιώτες τον έκρυβε σε ένα βαρέλι με τουρσί. Έζησε τις σφαγές Ελλήνων και Αρμενίων και άλλος δρόμος από την ξενητιά δεν υπήρχε.

« Ήθελε να είναι Βυζαντινός. Δεν ήθελε να γίνει στρατιώτης του Σουλτάνου», θυμάται ο Κλεμάν Λεπίδης. Ασκούσε το επάγγελμα του υποδηματοποιού. Κατασκευαζε παπούτσια για τις κυρίες της υψηλής κοινωνίας.

Από την Τουρκία έφτασε στο λιμάνι της Μασαλίας μαζί με άλλους. Από κει ανέβηκαν βόρεια. Μερικοί εγκαταστάθηκαν στη Λυόν, άλλοι το Σεντ Ετιέν και οι πιο τολμηροί, οι «πιο γεναίοι», έφτασαν μέχρι το Παρίσι. Στο Παρίσι εγκαταστάθηκαν στη γειτονιά της Μπελβίλ, μια γειτονιά στα βορειονανατολικά της μεγαλούπολης, σκαρφαλωμένη στον πιο ψηλό της λόφο.

Γιατί στη Μπελβίλ; Γιατί εδώ ήταν ήδη εγκατεστημένη η βιομηχανία υποδημἀτων. Υπήρχαν δυο εργοστάσια. Και για τους έλληνες αυτή ήταν μια πηγή εργασίας.

«Εδώ έφτιαχναν τα πιο ωραία παπούτσια της Γαλλίας, λέει ο Κλεμάν. Κι ο πατέρας μου έφτιαξε ένα μικρό εργοστάσιο που είχε καμιά εικοσαριά εργάτες.» Η μάρκα που έβαζε στα παπούτσια του ήταν «Ανδρομάχη».

Πόσοι έλληνες ήταν τότε στη Μπελβίλ, τον ρωτάει ο Μανθούλης. «Δεν ξέρω, πολλοί, 2,3, 4 χιλιάδες. Μερικοί ραφτάδες αλλά οι περισσότεροι υποδηματοποιοί.»

Ο πατέρας του, ήταν «ειρηνιστής». Αλλά ὀταν  ξεκίνησε ο πρώτος παγόσμιος πόλεμος, στρατεύτηκε. Ήταν στο πρώτο τάγμα των ξένων που στρατολογήθηκαν στη Γαλλία και πολέμησε στο Βερντέν.

Η ζωή στη Μπελβίλ

Ελληνική ταβέρνα στη Μπελβίλ

Η Μπελβίλ την περίοδο του μεσοπολέμου είχε την  ατμόσφαιρα ενός χωριού. Υπήρχε πολύ αδελφοσύνη. Έβγαινες από το σπίτι κια άφηνες τα κλειδιά στην πόρτα.

 Η ζωή στην Μπελβίλ ήταν εύκολη, λέει ο Κλεμάν Λεπίδης. Οι έλληνες κέρδιζαν αρκετά χρήματα. Πολλλοί είχαν ακόμα και αυτοκίνητο, την εποχή που τα αυτοκίνητα ήταν σπάνια. Σπαταλούσαν εύκολα τα χρήματα στα γλέντια. Εκτός από τα αφεντικά και οι εργάτες κέρδιζαν πολλά χρήματα γιατί ήταν πολύ καλοί τεχνίτες. Καταφέρνανε να φτιάχνουν 15 ζευγάρια παπούτσια τη μέρα.  

Δεκαετία του 20 και 30 στη γειτονιά υπήρχαν δυο ελληνικά μπακάλικα και πηγαίναν οι έλληνες τα Σάββατα και γέμιζαν τις τσάντες με μπακλαβάδες, παστουρμά, σουτζούκια, τυριά, ελιές.

«Τις κυριακές ο πατέρας μου μάζευε άλλους έλληνες στο σπίτι, κι αυτούς τσαγκάρηδες, για να φάνε όλοι μαζί και τραγουδούσαν αμανέδες. Απέναντι από το σπίτι μας ήταν το ελληνικό εστιατόριο του Σταμάτη. Μια φορά τη βδομάδα, συνήθως Σάββατα το εστιατόριο γέμιζε και τραγούδαγαν ελληνικά, χόρευαν τσιφτετέλι. Παράδοξο, σήμερα είναι ένα τούρκικο εστιατόριο.»

Να συμπληρώσουμε πως σήμερα η ταβέρνα του Σταμάτη είναι η γκαλερί ενός τούρκου ζωγράφου!

Ο κόσμος διασκεδαζε πολύ στην Μπελβίλ, την εποχή των παιδικών χρόνων του Κλεμάν που γεννήθηκε το 1920.  Και δεν χρειαζόταν να πάνε αλλού στο Παρίσι για να βρουν κέντρα διασκέδασης. «Υπήρχε ότι χρειαζόμασταν, μπαλ μυζέτ, μιούζικ χωλ όπου έρχονταν οι πιο μεγάλοι τραγουδιστές της εποχής, ο  Σαρλ Τρενέ, ο Μωρίς  Σεβαλιέ, η Εντίθ Πιάφ που έμενε στη Μπελβίλ. Ακόμα και μασαζ ταυλανδέζικο είχαμε!»

 «Ο πατέρας μου ήταν ο σοφός της Μπελβίλ, συνεχίζει ο Κλεμάν. Όταν κάποιος είχε ένα πρόβλημα οικογενειακό ή οικονομικό απευθυνόταν στον πατέρα μου κι αυτός του έδινε τη λύση.»

Οι έλληνες ήταν οι πιο αγαπητοί από τους ξένους. Και οι Αρμἐνηδες.  Εξ αιτίας αυτού πήρχαν πολλοί γάμοι ανάμεσα σε έλληνες και γάλλους,. Η μητέρα του Κλεμάν είναι γαλλίδα.

Στο σχολείο είχε συμμαθητή τον Henri Krasucki που αργότερα έγινε Γενικός Γραμματέας της πανίσχυρης τότε Γενικής συνομοσπονδίας Εργασίας. Πολωνικής καταγωγής.

Το σπίτι τους βρίσκονταν στην οδό Πιά. Υπάρχει ακόμα. Όταν το αγόρασαν είχε τρεις ορόφους.  Στην πίσω αυλή έστησαν το εργαστήριο των παπουτσιών.

Τα πρώτα χρόνια του Κλεμάν

Μετά το τέλος του σχολείου ο Κλεμάν έκανε πολλές δουλιές. Ξεκίνησε σε ένα τυπογραφείο που φτιάχνανε χρωματιστά χαρτιά. Συνέχισε σε ένα εργαστήριο που κατασκευάζανε ραδιόφωνα και αργότερα σαν βοηθός φωτογράφου σε ένα φωτογραφείο στην πιο αριστοκρατική γειτονιά του Παρισιού όπου φωτογραφίζονταν ακόμα και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας!

Κατέληξε υπάλληλος στο χρηματιστήριο του Παρισιού και έμεινε μέχρι την έκκρηξη του πολέμου. «Θα μπορούσα να γίνω χρηματιστής ή τραπεζίτης, αλλά ήρθες ο πόλεμος» συμπληρώνει χωρίς φυσικά να το πιστεύει.

Πήγε στο πόλεμο, αποστρατεύτηκε αλλά, όπως λέει,  δεν θέλει να μιλάει για τα χρόνια της κατοχής.  Για να επιβιώσει έκανε τον αντιπρόσωπο προφυλακτικών! « Έφυγα από το παρίσι με δυο βαλίτσες προφυλακτικά που τα πούλαγα σε μπουρδέλα και ξενοδοχεία.»

Όταν ήρθαν οι αμερικάνοι, ξαναπήγε στο στρατό και υπηρέτησε στη Γερμανία και την Αυστρία. Επιστρέφοντας στο Παρίσι αποφάσεσε να ανοίξει ένα εργαστήριο παπουτσιών συνεταιρικά με κάποιον άλλο.

«Κράτησα τη φίρμα του πατέρα μου «Ανδρομάχη». Τα πήγα όμως άσχημα. Ο πατέρας μου όταν είδε το συμβόλαιο που είχα κάνει με το συνεταίρο μου πρόβλεψε ότι δεν θα πάμε μακριά. Έτσι έγινε. Αν και το εργαστήριο και τα μηχανήματα ήταν δικά μου, ο συνεταίρος μου με έριξε και με πέταξε έξω.»

Στροφή στη λογοτεχνία

Ο «Τροπικός του Καρκίνου» του Χένρυ Μιλλερ ήταν το καθοριστικό βιβλίο που άνοιξε το δρόμο της λογοτεχνίας στον Κλεμάν. Του το έφερε ένας φίλος μια μέρα που ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου.  Αυτό το βιβλίο, όπως λέει, τον έκανε να δει τα πράγματα διαφορετικά.

«Μου άνοιξε τα μάτια. Ήθελα να απελευθερωθὠ από τον εαυτό μου. Κι έτσι ανακάλυψα ότι υπήρχε μια άλλη ζωή πέρα από το φαγητό, τον ύπνο, τη δουλειά. Ότι υπήρχε μια πνευματική ζωή. Μέχρι τότε δεν είχα διαβάσει κανένα βιβλίο.»

Έτσι ξεκίνησε να γράφει.  Παράλληλα του άνοιξε κι ένας άλλος δρόμος.

«Την ίδια εποχή απόχτησα συνείδηση της ελληνικότητἀς μου. Ο Μίλερ μου έδωσε μια εικὀνα της Ελλάδας διαφορετική από αυτή που έδιναν  τα πρακτορεία ταξιδίων. Ο Κολοσός του Μαρουσιού με σημάδεψε πολύ. Θυμάμαι ότι έκλαιγα διαβάζοντάς το.»

Τότε γεννήθηκε η επιθυμία να πάει στην Ελλάδα να γνωρίσει τη χώρα του πατέρα του. «Τότε ήμουν πάνω από τα 30».

Έγραψε 28 βιβλία. Η ζωή της Μπελβίλ είναι πολύ έντονη σε αυτά. Αλλά δεν λείπουν και τα ελληνικά θέματα.

«Γράφω γαλλικά αλλά σκέφτομαι ελληνικά» τονίζει με έμφαση και επαναλαμβάνει τη φράση για την περίπτωση που δεν έγινε κατανοητή. Και μ αυτή τελειώνει το βίντεο του Ροβήρου Μανθούλη.

Έφυγε από τη ζωή το 1997.

ΡΙΣΑΡ ΤΣΕΛΕΜΠΙΔΗΣ

Ο Ρισάρ Τσελεμπίδης είναι γιός του Κλεμάν. Περιδιαβαίνουμε τη Μπελβίλ αναζητώντας τα ίχνη της παλιάς πόλης. Δυστυχώς ελάχιστα. Μόνο στην κορφή του λόφου, στην γειτονιά Ζουρντέν μπορείς να βρεις ακόμα λίγη από τη ζωή της παλιάς γειτονιάς. Της «γαλλικής Μπελβίλ» όπως την ονομάζει ο Ρισάρ αν και ξέρει ότι η γειτονιά ήταν μια βαβέλ εθνικοτήτων.

Όσο κατεβαίνεις προς το μπουλβάρ Μπελβίλ, που αποτελεί και το όριο με το Παρίσι, το τοπίο αλλάζει κι αλλάζει χρόνο με το χρόνο. Κυριαρχούν τα «κινέζικα». Μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού τα παλιά μαγαζιά.

«Παλιά ο δρόμος ήταν γεμάτος με τα καροτσάκια των πλανόδιων πωλητών των τεσσάρων εποχών» μου λέει. Συναντάμε ένα τέτοιο καροτσάκι, αθέατο σχεδόν, μπροστά σε ένα  σύγχρονο μανάβικο.

Την αυθεντική εικόνα της παλιάς Μπελβίλ τη βρίσκεις στις εσωτερικές αυλές που άλλοτε στέγαζαν τα εργαστήρια των βιοτεχνών. Τώρα φιλοξενούν καλλιτέχνες.

Στο χάρτινο τραπεζομάντηλο του αραβικού εστιατορίου που κάνουμε στάση για ένα αυθεντικό κους κους, ο Ρισάρ βγάζει ένα στυλό και  γράφει. Μετά σκίζει το κομμάτι και μου το δίνει. Σε τέσσερις λέξεις έχει χαράξει την περιπέτεια της οικογένειάς του.

«Στην Τουρκία το ονομά μας ήταν Celebioglou. Όταν ο παππούς μου έφτασε στη Γαλλία, ο γάλλος τελωνιακός το άλλαξε. Εσύ είσαι έλληνας του είπε, θα σε γράψω Tchelebides. Τα άλλα αδέλφια του παππού μου, που πήγαν στην Ελλάδα, πήραν το όνομα Τσελεπίδης.»

Ο Ρισάρ, μετά από μια μακρά θητεία στον κινηματογράφο σαν μοντέρ και σκηνοθέτης αποφάσισε να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του. Μόλις κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα. Και τι άλλο  θα μπορούσε να είναι παρά ένα «Χρονικό της Μπελβίλ»; Αλλά  της σύγχρονης που σταδικά χάνει την ταυτότητά της.

Ο Ρισάρ δεν χρειάζεται να ανακαλύψει την ελληνικότητά του. Την κληρονόμησε από τον πατέρα του. Έρχεται συχνά στην Ελλάδα. Αναζητά όμως τους οικογενειακούς δεσμούς, τους δεσμούς με τους συγγενείς που με το χρόνο χάθηκαν. Υποσχέθηκα να τον βοηθήσω.

Όσοι διαβάσουν αυτές τις γραμμές και θέλουν να επικοινωνήσουν μαζί του ας μου γράψουν στο  nikos.theodosiou@gmail.com.

Εικόνες για μια νύχτα…

Rodin2107
Προσπαθώ να βάλω – με τη φαντασία – εικόνες σε κάτι που συνέβη μίλια μακριά.

Βλέπω έναν 85 χρονο άντρα με ολόλευκα μαλλιά να κάθεται αναπαυτικά στην πολυθρόνα του γραφείου του μπροστά στον υπολογιστή. Ένα μικρό δωμάτιο, είναι δεν είναι οκτώ τετραγωνικά. Χωράει μόλις ένα μονό κρεβάτι κι ένα γραφείο. Α, και μια βιβλιοθήκη, ξέχειλη ως εκεί που δεν παίρνει. Διάχυτος απαλός φωτισμός από δυο πορτατίφ. Ο τέταρτος όροφος τον προφυλάσσει από την, ελάχιστη άλλωστε, βουή του δρόμου.

Τι να θέλει ένας άνθρωπος σε αυτή την ηλικία; Τίποτα περισσότερο από την ηρεμία για να συνεχίσει το δημιουργικό του έργο. Μόλις τέλειωσε τα απομνημονεύματά του – στριμωγμένα σε 600 σελίδες – άπειρα περιστατικά μιας πολυτάραχης ζωής – αλλά έχει πολύ δουλειά ακόμα. Σχέδια για βιβλία, ταινίες. Βλέπεις, άμα σου μπει το σαράκι της δημιουργίας, δε σ αφήνει σ οποιαδήποτε ηλικία.

Μια ηρεμία που «αναστατώνουν» ενίοτε οι δυο μαλλιαροί σύντροφοί του, ο «Ρωμαίος» και η «Αρκ αν σιέλ» απαιτώντας την προσοχή του. Ενόχληση απολύτως επιθυμητή και μάλλον ευεργετική.

Ξαφνικά την ησυχία του μικρού Παρισινού διαμερίσματος διακόπτει ένα τηλεφώνημα. Από την Αθήνα. Θα μπορούσε ίσως να ήταν η αναγγελία ενός, καθυστερημένου, αφιερώματος στο σύνολο του έργου του από το εθνικό κινηματογραφικό Φεστιβάλ της χώρας ή μια βράβευση από την Ακαδημία (αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί επιβράβευση).

ΔΤΤίποτα απ΄ όλα αυτά. Το τηλεφώνημα τον ενημερώνει ότι ένα πειρατικό κανάλι με το σήμα ΕΔΤ ξεκίνησε σήμερα προβάλλοντας μια δική του ταινία! Κανάλι που αυτοπροσδιορίζεται ως κρατικό αλλά εκπέμπει από ιδιωτικό στούντιο με τη βοήθεια μεγάλων ιδιωτικών καναλιών που λειτουργούν παράνομα – με προσωρινές άδειες εδώ και 25 χρόνια! Η μόνη κρατική συμβολή σε αυτό οι ένοπλες αστυνομικές δυνάμεις που αποσύνδεσαν τους κρατικούς πομπούς και προστατεύουν το ιδιωτικό στούντιο! Χωρίς να τηρηθεί καμία νόμιμη διαδικασία.

Και προβάλλουν τώρα την ταινία του χωρίς την άδειά του δημιουργού αλλά και χωρίς να τον ενημερώσουν! Καταπατώντας βάναυσα την πνευματική ιδιοκτησία.

Μεγαλύτερη προσβολή δεν μπορούσε να δεχτεί. Θα μπορούσε να είναι ισάξια εκείνης της Χούντας το 67 που του απαγόρευσε την επιστροφή και τον υποχρέωσε στη μακρόχρονη εξορία. Δυστυχώς δεν μπορεί να εμποδίσει τη προβολή. Η οργή του εκδηλώνεται με απίστευτο θανατηφόρο χιούμορ σε μια πρώτη γραπτή δήλωση.

Από την αυτοδιαχειριζόμενη ΕΡΤ στην Αθήνα, που σε πείσμα όλων συνεχίζει να εκπέμπει ένα μήνα τώρα, οι εργαζόμενοι στο βραδινό δελτίο προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί του. Για μια πρώτη αντίδραση. Τα τηλέφωνα όμως είναι κομμένα. Ακολουθεί ένα αγωνιώδης τηλεφωνικό πήγαιν -έλα Παρίσι Αθήνα για να βρεθεί μια εναλλακτική λύση. Τελικά τη βρίσκουμε. Ο Ροβήρος ξεσπάει…

Δεν χρειάζομαι άλλες εικόνες.

Το ερώτημα που είχε θέσει ο ίδιος στο βιβλίο του «Το Κράτος της Τηλεόρασης» αναφερόμενος σε άλλες εποχές, φωτίζει τώρα εκτυφλωτικά τη νύχτα, καθώς από τις 10 περνάγαμε στις 11 του Ιούλη: «Μήπως έχουν ανασταλεί άρθρα του Συντάγματος και δεν το έχουμε αντιληφθεί;»

Το πρωί αντιλήφθηκα ότι η «λευκή νύχτα» μου υπαγόρευσε μόνο δυο λέξεις: ΚΑΝΕΝΑ ΕΛΕΟΣ σε αυτούς που σκοτώνουν τη δημιουργία. ΚΑΝΕΝΑ ΕΛΕΟΣ σε αυτούς που τσακίζουν τους ανθρώπους. ΚΑΝΕΝΑ ΕΛΕΟΣ σε όσους τους στηρίζουν ακόμα και αυτούς που λένε «μήπως…»

Οι βοσκοπούλες είναι παντού!

DSC00085small

Η πλατεία της Βοσκοπούλας του Ιβρύ χειμερινά διακοσμημένη.

Άπειρες φορές η ματιά μου είχε σταθεί σ αυτή τη μικρή πλατεία. Μια ασήμαντη τριγωνική πλατεία   εκεί που η οδός Corvisart, ερχόμενη κατ ευθείαν από τον ομώνυμο σταθμό του μετρό στο 13ο διαμέρισμα του Παρισιού, συναντά την οδό Edmond Gondinet.

Οι λόγοι που έλκυαν το βλέμμα άγνωστοι.  Συνήθως ήταν οι περαστικοί, σχεδόν πάντα βιαστικοί, που πήγαιναν ή έρχονταν από το σταθμό. Ποτέ δεν είδα κάποιον να κάθεται στα δύο της παγκάκια.  Και φυσικά ποτέ δεν φαντάστηκα ότι αυτό το τριγωνικό κατάλοιπο θα είχε όνομα.

Μέχρι προχτές που η Κατερίνα, επειδή έτυχε να παρατηρήσει τη μικρή πινακίδα στο μέσο της πλατείας, μου αποκάλυψε το όνομά της: «Πλατεία της Βοσκοπούλας του Ιβρύ»! Μια απλή βοσκοπούλα που έμελε να μείνει στην ιστορία για την τραγική κατάληξη του έρωτά της. Μια ιστορία πολύ παλιά. Τότε που εδώ ήταν βοσκοτόπια!

Άντε τώρα να φανταστείς το πυκνοδομημένο 13ο διαμέρισμα, γνωστό πια σαν «China Town»,  με τη μορφή λιβαδιού με λοφάκια, ανεμόμυλους, γίδια και όμορφες βοσκοπούλες!

Εδώ ήταν που ερχόταν η 19 χρονη Aimée Millot για να βοσκήσει τα κατσίκια της αφεντικίνας της. Μιλάμε για το 1827. Από μικρή ηλικία είχε πάει εσωτερική στο σπίτι της Mme Detrouville η ορφανή Aimée, υπηρέτρια για όλες της δουλειές. Στα 19 της ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα.

Κι αυτή η ομορφιά δεν άφησε αδιάφορο τον 26 χρονο Honoré Ulbach που άρχισε το φλερτ. Αλλά αυτό δεν άφησε αδιάφορη και τη κυρά της. Ο νεαρός Honoré δεν ήταν από τις καλύτερες περιπτώσεις για να έχει σχέσεις ένας άνθρωπος του σπιτιού της.  Είχε θητεύσει σε αναμορφωτήριο και επιπλέον του άρεσε να πηγαίνει στο δικαστικό μέγαρο και να παρακολουθεί δίκες!  Έτσι λοιπόν η κ. Detrouville είπε στη μικρή να κόψει σχέσεις μαζί του διαφορετικά θα έπαιρνε δρόμο από το σπίτι.

medium_BERGERE_D_IVRY_10_SEPIAΗ βοσκοπούλα τα ζύγισε καλά  και στις 24 Μαΐου του 1827 ανακοίνωσε στον αγαπημένο της την απόφασή της να διακόψουν. Αλλά αυτός το πήρε πολύ βαριά. Την επόμενη την περίμενε στο λιβάδι να έρθει με τα γίδια της και μ ένα μαχαίρι την αποτέλειωσε. Δυο μέρες αργότερα, παραδόθηκε, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο.

Το δράμα της νεαρής βοσκοπούλας συντάραξε την Παρισινή κοινωνία. Έγινε πρωτοσέλιδο. Αλλά τελικά πιο μεγάλο θέμα έγινε η εκτέλεση του νεαρού στις 10 Σεπτεμβρίου του 1827. Μέσα στο πλήθος κοντά στην γκιλοτίνα που του πήρε το κεφάλι βρισκόταν κάποιος Victor Hugo. Η εκτέλεση του παθιασμένου εραστή τον ενέπνευσε να γράψει το βιβλίο του  «le Dernier Jour d’un condamné » (1829) και να γίνει υπέρμαχος της κατάργησης της θανατικής ποινής.

Τελικά τίποτα δεν είναι εκτός ιστορίας! Ούτε το μικρότερο κομμάτι γης.

Κι αυτές ο βοσκοπούλες είναι παντού!

P2110282crop

Σημείωση

Η ιστορία της Βοσκοπούλας έγινε τραγούδι (άγνωστου συνθέτη), θεατρικό έργο από  τον  Eugène Grangé (1870), μικρού μήκους ταινία από τον Maurice Tourneur  (1913).

 Το βιβλίο του Βίκτορ Ουγκώ στο πρωτότυπο εδώ http://www.gutenberg.org/ebooks/6838)

ΧΩΡΙΣ «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ»

DSC00282_small

Πριν καν γεννηθεί η «Επιστροφή» γνώρισε την πρώτη «διάκριση»: απορρίφτηκε από το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Μιλάμε για τη νέα μου ταινία, ένα ντοκιμαντέρ 19 λεπτών.

Περισσότερα για την «Επιστροφή» μπορείτε να βρείτε εδώ. Παρακάτω μπορείτε να δείτε το τρέιλερ  αλλά όσοι επιθυμούν να την δουν ολόκληρη είναι διαθέσιμη στο youtube. Αλλά πρέπει να μου γράψουν (nikos.theodosiou@gmail.com) να τους στείλω τo link γιατί δεν είναι δημόσια.

Κάθε σχολιασμός  ευπρόσδεκτος.

ΜΑΥΟ: Η ελληνική «σφραγίδα» στις μεγάλες γαλλικές ταινίες

Cinematheque Francaise

Μια από τις σημαντικότερες εκθέσεις αυτής της περιόδου στο Παρίσι και με κινηματογραφικό ενδιαφέρον (που δυστυχώς τέλειωσε στις 27 Ιανουαρίου) είναι αυτή της Γαλλικής Ταινιοθήκης με τίτλο «Τα Παιδιά του Παραδείσου».

Ο τίτλος παραπέμπει άμεσα  στην  εμβληματική ταινία του Μαρσέλ Καρνέ ( Marcel Carne) που αποτέλεσε το έναυσμα της  μεγάλης  γαλλικής μεταπολεμικής άνθησης  και τις  «μυθικές» ταινίες που σκηνοθέτησαν εκτός του Marcel Carne οι Rene Clair,  Rene Clement, Jaques Becker, Alexandre Astruc και  άλλοι.

Η έκθεση περιλάμβανε σπάνια ντοκουμέντα της ταινίας και των συντελεστών της: αφίσες, σχέδια, φωτογραφίες, σενάρια, κοστούμια, τμήματα του ντεκόρ, μηχανές, αλληλογραφία  παράλληλα με προβολές αποσπασμάτων της ταινίας. Η ίδια η ταινία βγήκε στις αίθουσες σε αποκατεστημένη κόπια τον περασμένο Οκτώβρη.

«Τα Παιδιά του Παραδείσου, σημειώνει  στο εισαγωγικό του σημείωμα ο πρόεδρος της Ταινιοθήκης Κώστας Γαβράς, είναι το θαύμα μιας ακριβούς,  κομψής και βιρτουόζικης σκηνοθεσίας, που δένεται με τους ποιητικούς διαλόγους ενός εμπνευσμένου σεναρίου που μας μεταφέρει στους δρόμους  του ρομαντικό Παρισιού του 1830 εξ ολοκλήρου κατασκευασμένου στο στούντιο «.

autoportraitdcΈνας  από τους βασικούς συντελεστές της επιτυχίας αυτής της ταινίας  και όλων όσων ακολούθησαν, αποτελώντας το «συνδετικό κρίκο» μεταξύ τους,  ήταν ένας  άνθρωπος με ένα μυστηριώδες όνομα:  Mayo. Ήταν ο  άνθρωπος που υπέγραφε τα ντεκόρ και τα κουστούμια. Θα περάσουν πολλά χρόνια για να ανακαλύψουμε ότι πίσω από το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο βρίσκονταν ένας συμπατριώτης μας: ο Αντώνης Μαλιαράκης.

Μέχρι πρόσφατα παραγνωρισμένος και στη Γαλλία αναγνωρίζεται πλέον σαν μια από τις πιο σημαντικές παρουσίες στον γαλλικό κινηματογράφο. «Ήταν ένας φανταστικός συνεργάτης», λέει γι αυτόν  ο   μεγάλος γάλλος σκηνοθέτης Marcel Carne σε μια συνέντευξη που έδωσε το 1995 στο  γιό του Νικήτα .  Για να προσθέσει το εξαιρετικά κολακευτικό:  “Δεν βρίσκω άλλο στο επάγγελμά του καλύτερο από αυτόν” .

Για να φτάσει όμως μέχρι εδώ ο Αντώνης Μαλιαράκης ακολούθησε με περιπετειώδη διαδρομή.

Ο πατέρας του, ο Γιάννης Μαλιαράκης, κατάγονταν  από τη νήσο Κάσο αλλά η δουλειά του μηχανικού στην Εταιρία του Καναλιού του Σουέζ  τον έφερε  στο Port-Said της Αιγύπτου.  Εδώ γεννήθηκε ο Αντώνης το  Γενάρη του 1905. Η μητέρα του όμως κατάγονταν από τη Γαλλία γι αυτό όταν έφτασε ο καιρός για ανώτατες σπουδές, το 1923, η πρώτη επιλογή ήταν το Παρίσι.

Ο πατέρας του ήθελε να σπουδάσει μηχανικός, ακολουθώντας το δικό του επάγγελμα, αλλά τα όνειρα του μικρού τον ταξίδευαν μακριά. Άλλωστε από την ηλικία των 3 ετών είχε δείξει μια ιδιαίτερη κλίση προς το σχέδιο και τη ζωγραφική. Η σύγκρουση ανάμεσα σε πατέρα και γιο οδήγησε σε έναν συμβιβασμό: την αρχιτεκτονική.

Στο Παρίσι  το λαμπερό προπολεμικό Μονπαρνάς τον τραβά σαν μαγνήτης. Οι παρέες του: Tristan Tzara, Antonin Artaud, Andre Salmon, Rene Crevel, Foujita, Picasso  αρκετοί άλλοι.

Όταν,  δυο χρόνια αργότερα, ο πατέρας ανακαλύπτει τη ζωή που κάνει ο γιός του, για να τον ξεκόψει από τις «κακές παρέες» τον στέλνει στη Λυών.  Ένα χρόνο κρατάει η εξορία. Ο Αντώνης επιστρέφει στο Παρίσι με αποτέλεσμα ο οργισμένος γονιός να του κόψει την επιχορήγηση. Αλλά αυτό δεν τον στεναχωρεί. Δουλεύει σαν ντεκορατέρ σε θέατρα για να βγάζει χρήματα και ξεκινά τη ζωγραφική ενώ ταυτόχρονα μεγαλώνει τον κύκλο των γνωριμιών: Louis Aragon, Robert Brasillach, Andre Breton,  τους αδελφούς Prevert.  Ο  Jaques Prevert θα γίνει ένας από τους στενότερους  φίλους του.  Μια φιλία που θα κρατήσει για πάνω από τριάντα χρόνια.

Η ανήσυχη κοσμοπολίτικη φύση του τον οδηγεί το 1928 στο Βερολίνο. Εκεί, ανάμεσα σε άλλους συναντά και τη νεαρή, τότε, ηθοποιό Μάρλεν Ντίντριχ . Αλλά η  νοσταλγία του Μονπαρνάς τον φέρνει πίσω. Άλλωστε είναι η εποχή της ανόδου του ναζισμού στη Γερμανία. Το 1929, εκθέτει έργα του στην Παρισινή «Galerie des Quatre Chemins» με τον Giorgio de Chirico. Αλλά τα ωραία χρόνια τελειώνουν.  Η οικονομική κρίση διαλύει το πολυεθνικό Μονπαρνάς ενώ η ανεργία παίρνει εκρηχτικές διαστάσεις . Ο Μαγιό κινείται από πόλη σε πόλη κι από χώρα σε χώρα επιδιώκοντας να επιβιώσει αλλά και να παρουσιάσει το ζωγραφικό του έργο. Βαρκελώνη, Μαγιόρκα, Αίγυπτο.

Επιστρέφει  στο Παρίσι αλλά έρχεται ο πόλεμος, η κατοχή του Παρισιού από τους Ναζί, η φυγή στη Νότια Γαλλία, κυρίως στις Κάννες. Πρώτο μέλημα τώρα είναι η αναζήτηση τροφών αλλά δεν σταματά να ζωγραφίζει ενώ οι φίλοι του κάνουν σχέδια για κινηματογραφικές δουλειές περιμένοντας την κατάρρευση του ναζισμού για να τα υλοποιήσουν.

Το 1944 με την απελευθέρωση του Παρισιού γίνεται  το νέο ξεκίνημα για τον Μαλλιαράκη. Ο Jacques Prévert τον συστήνει στον  Marcel Carné προκειμένου να αναλάβει τα κοστούμια της νέας του ταινίας. Είναι Τα Παιδιά του Παραδείου – Les enfants du paradis  σε σενάριο  Ζακ Πρεβέρ.

les-enfants-du-paradis

Η μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία της ταινίας  ανοίγει στον Αντώνη Μαλλιαράκη το δρόμο του κινηματογράφου που θα υπηρετήσει με συνέπεια για είκοσι περίπου χρόνια.  Αν και πάντα τη δουλειά στον κινηματογράφο την έβλεπε σαν ένα παράπλευρο, στη ζωγραφική,  έργο,  θα μεγαλουργήσει.

Αποκαλυπτική η  επιλεκτική παράθεση των έργων για τα οποία δούλεψε ο έλληνας ζωγράφος:

Les enfants du paradis (1945), Les portes de la nuit (1946),  Rêves d’amour (1947), Barry (1949),  La beauté du diable (1950), Juliette ou La clef des songes (1951), Trois femmes (1952), Casque d’or (1952), Le rideau cramoisi (1953), Thérèse Raquin (1953), Un acte d’amour (1953) Land of the Pharaohs (1955) αμερικάνικη ταινία σε σκηνοθεσία Howard Hawks, Gervaise (1956) Sans famille (1958) Une vie (1958) Les tricheurs (1958) The Two Faces of Dr. Jekyll (1960) Comme un poisson dans l’eau (1962) Du mouron pour les petits oiseaux (1963)

Ανάμεσα στις ταινίες του είναι και δύο του ελληνικής καταγωγής  και εντελώς άγνωστου στην Ελλάδα, Ζίλ Μαργαρίτη (Gilles Margaritis). Γι αυτόν θα γράψουμε άλλη φορά.

Ο ερχομός της  Nouvelle Vague θα σημάνει και το τέλος της κινηματογραφικής σταδιοδρομίας του Αντώνη Μαλλιαράκη. Τώρα οι ταινίες γυρίζονται σε φυσικούς χώρους, τα θέματά τους είναι σύγχρονα  και δεν έχουν ανάγκη από ντεκόρ και κουστούμια.

Τότε αποφασίζει να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική. Επιλέγει να εγκατασταθεί στη Ρώμη  όπου εκθέτει τα έργα του σε πολλές πόλεις (Ρώμη, Μιλάνο, Παλέρμο). Μια ασθένεια στα μάτια του στερεί σταδιακά την όραση και τη δυνατότητα να ζωγραφίζει. Επιστρέφει στο Παρίσι . Το 1986 του απονέμεται από το γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού ο τίτλος του   Commandeur de l’Ordre des Arts et des Lettres.

Ο Αντώνης Μαλλιαράκης διατηρούσε πάντα την ελληνική ιθαγένεια και μόνο λίγα χρόνια πριν το θάνατό του πολιτογραφήθηκε Γάλλος.

Στην Ελλάδα ήταν άγνωστος μέχρι το 1983, χρονιά που παρουσίασε πίνακές του για πρώτη φορά στην Αθήνα το Γαλλικό Ινστιτούτο. Η πρώτη σημαντική παρουσίαση του ζωγραφικού του έργου θα γίνει  εικοσιπέντε χρόνια  αργότερα, τον Ιούλιο του 2008 στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τη μεταπολεμική γενιά των ελλήνων καλλιτεχνών στο Παρίσι που οργάνωσε το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δελφών. Σε αυτή την έκθεση που έγινε στους Δελφούς και είχε τίτλο «A. Mayo, Ένας Έλληνας στο Παρίσι» παρουσιάστηκαν 34 έργα του (λάδι, μελάνι ή τέμπερα).

Το έργο του στον κινηματογράφο εξακολουθεί όμως να είναι εντελώς άγνωστο.

——

Σημ. Ο ένας από τους δυο γιούς του, ο Jean-Gilles Malliarakis, εξελίχθηκε σε έναν από τους επιφανέστερους φασίστες της Γαλλίας με ιδιαίτερη προτίμηση στον Μπενίτο Μουσολίνι!

Εικόνα

mai68_afieroma

Επιστροφή

Προβολή του "Αθέατου Σκηνοθέτη" στο βιβλιοπωλείο "Δεσμός" στο Παρίσι.

Ξεκίνησα να κάνω κινηματογράφο στο Παρίσι μαζί με τον Τέο Ρόμβο τέλη της δεκαετίας του ’60 με την ορμή που μας έδωσε ο Μάης του 68.

Επέστρεψα στον τόπο του «εγκλήματος» 40 χρόνια μετά με την τελευταία ολοκληρωμένη μου ταινία τον «Αθέατο Σκηνοθέτη», ένα ντοκιμαντέρ για έναν από τους μεγαλύτερους έλληνες σκηνοθέτες, το Ροβήρο Μανθούλη . Συνέχεια

Paris revisité 1

Με αφορμή την κρατική χρεωκοπία της Ελλάδας, αλλά και λίγο πριν, με αφορμή τις σχέσεις Ελλάδας-Ρωσίας, που δυσαρεστούν, λέει, τις ΗΠΑ, άρχισε να γίνεται λόγος στον διεθνή τύπο για την προοπτική στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Ελλάδα.

Δεν γνωρίζουμε αν δημοσιεύτηκαν ήδη μικρές αγγελίες του τύπου «Ζητούνται Παπαδόπουλοι ή έστω Πατακοί, καλοί τεχνίτες γύψου…» αλλά εμείς πρέπει να παίρνουμε τα μέτρα μας. Στην προοπτική λοιπόν να ξαναβρεθούμε αυτοεξόριστοι στο Παρίσι καλό είναι να έχουμε μια φρέσκια εικόνα από την πόλη. Συνέχεια

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΟ ΡΟΒΗΡΟ (Μάιος 2009)

DSC02520_b

Κάπου εδώ θα με βρεις…

Ο επιθεωρητής Λεό Μαρτινέζ βγήκε από το σταθμό Corvisart του παριζιάνικου Μετρό και πήρε το δρόμο με κατεύθυνση την πλατεία Denfert-Rochereau, όπως του είχε υποδείξει. Ο πρώτος κάθετος δεξιά, ήταν ο δρόμος του σπιτιού του. Θυμόταν επίσης να του έχει πει ότι στη γωνία βρισκόταν ένα καφέ που το έλεγαν «Κούβα» ή «Κάστρο» ή κάτι τέλος πάντων που είχε να κάνει με αυτή τη χώρα. Σίγουρα όχι «Γκεβάρα».

Φτάνοντας εκεί, γέλασε. Το καφενείο λέγονταν «Αβάνα»!

Ερχόταν κατευθείαν από το αεροδρόμιο Charles de Gaule, όπου έφτασε με την πτήση των 9.30 από την Νίκαια στην Κυανή Ακτή. Είχε ζητήσει ο ίδιος αυτή τη συνάντηση γιατί ήθελε να δώσει απάντηση σε ένα ερώτημα που τον βασάνιζε καιρό. Ποια ήταν η σχέση του Ροβήρου Μανθούλη με τον Ορφέα, τον συγγραφέα-πρωταγωνιστή του αστυνομικού  μυθιστορήματος «Η Remington του Ορφέα»; Για την ακρίβεια δεν ζήταγε μια απάντηση αλλά την επιβεβαίωση μιας βεβαιότητας.

Συνέχεια

O Μάης των εξεγέρσεων

Ήρθε ο Μάης κουβαλώντας μνήμες δυνατές, επαναστατικών στιγμών ανεπανάληπτων.

Για το λόγο αυτό έφτιαξα κάποιες σελίδες για το Γαλλικό Μάη του 68 με κείμενα, μαρτυρίες, φωτογραφίες, προκηρύξεις και άλλα ντοκουμέντα. Ότι μπορεί να δώσει μια γεύση από κείνες τις μέρες που ζήσαμε τόσο έντονα στους σκαμμένους δρόμους του Παρισιού και σημάδεψαν τη ζωή μας για πάντα.

Αν θέλετε να κάνετε μια περιήγηση, ξεκινήστε από εδώ

Για τον δικό μας Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη υπάρχει η αναφορά στον Γιάννη Ταμτάκο (με αφορμή το θάνατό του) που περιλαμβάνει (σε βίντεο) την αφήγηση του Μπάρμπα Γιάννη γι εκείνες τις μεγάλες επαναστατικές στιγμές στην Ελλάδα. Είναι απόσπασμα από την ταινία μου «Κουρσάλ».

Για επικοινωνία nikos.theodosiou@gmail.com, theodosiou@olympiafestival.gr