Η εκπληκτική ιστορία του Αλέξανδρου Μανθούλη

Αλέξανδρου Μανθούλη, Ο Περιπλανώμενος Ρωμιός

Επιμέλεια: Νίκος Θεοδοσίου

Εκδόσεις Τσουκάτου, 2025, Σελίδες: 300, Τιμή: 13.95

Διάθεση του βιβλίου

https://www.tsoukatou.gr/…/o-periplanomenos-romios…

https://www.politeianet.gr/…/9786185466497-tsoukatou-o…

https://www.protoporia.gr/o-periplanomenos-romios.html

https://vivliopoleiopataki.gr/o-periplanomenos-romios…

https://www.bookbox.gr/item/o-periplanomenos-romios–9786185466497

https://www.ianos.gr/…/o-periplanomenos-romios-0586188

Είναι δύσκολο να  περιγράψεις την περιπλάνηση και τα βιώματα, την «οδύσσεια»  του Αλέξανδρου Μανθούλη, με λίγες λέξεις. ‘Ίσως μόνο το γεγονός πως στο διάστημα μισού αιώνα ντύθηκε με την στρατιωτική στολή τριών διαφορετικών χωρών, Τουρκίας, Αγγλίας και Ελλάδας, και μάλιστα σε συνθήκες πολέμου, να λέει πολλά. Αλλά όχι όλα.

Συνέχεια

ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ / Μικρές αφηγήσεις

Για να ξέρεις πού ήμουν

Τα κείμενα που συγκεντρώθηκαν εδώ δεν είναι τίποτα άλλο παρά σύντομες αποτυπώσεις τόπων, ανθρώπων, στιγμών και ενίοτε συναισθημάτων μιας μακράς πορείας εβδομήντα και
πλέον χρόνων.

Συνέχεια

Βιβλίο: ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟ ΣΤΗΝ ΚΟΝΤΡΑΜΠΑΝΤΑ

Πόσοι είδαν για πρώτη φορά κινηματογράφο και δεν μαγεύτηκαν; Σίγουρα ελάχιστοι. Το λευκό πανί, όπου κι αν στηνόταν, σ’ ένα άχαρο καφενείο, μια πλατεία ή μια φτωχή αίθουσα, γινόταν το όχημα για ένα ταξίδι στο όνειρο. Κι αυτό δεν άφηνε ασυγκίνητο κανέναν.

Κάποιοι, μικροί, έκαναν ένα βήμα παραπέρα. Τη μαγεία που έζησαν αποφάσισαν να την  κάνουν επάγγελμα. Έγιναν κινηματογραφιστές για να φέρουν, αυτό που αγάπησαν,  σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους.

Τις ιστορίες τεσσάρων παιδιών που άφησαν το άβολο κάθισμα  του θεατή  και πήραν θέση πίσω από τη μηχανή προβολής, αφηγείται αυτό το βιβλίο. Ιστορίες πραγματικές που μοιάζουν με παραμύθι.

  • Η ιστορία του Λευτέρη, οχτάχρονου πρόσφυγα από τη Σμύρνη που μια σάπια κολοκύθα τον έφερε στο σινεμά του Πειραιά. Κι αυτή με τη σειρά της στο δικό του σινεμά στο Νέο Κόσμο όπου το λουρί μιας γεννήτριας  έγινε το καθημερινό άγχος. Αν σταμάταγε, η μαγεία χανόταν.
  • Η ιστορία του Τέρπου, που δεν έβαλε μυαλό όταν πήγε να βάλει φωτιά στο σπίτι του από τον αυτοσχέδιο κινηματογράφο του. Συνέχισε μετά τον πόλεμο με σαραβαλάκια αυτοκίνητα  ή γαϊδουράκια να μεταφέρει την «αρχαία» μηχανή του για να παίξει σινεμά και στα πιο απομακρυσμένα χωριά της Λέσβου και της Λήμνου. Και έπρεπε να αποδείξει πως ο κινηματογράφος του ήταν ακίνδυνος γιατί το φιλμ τότε ήταν εύφλεκτο!
  • Ο Παναγιώτης, έμαθε κινηματογράφο από τον Αγκόπ, Αρμένη πρόσφυγα. Και τρελαινόταν όταν οι γυναίκες έμπαιναν με κεριά αναμμένα στον εφήμερο σινεμά για να δουν τα «Πάθη του Χριστού» και μετέτρεπαν το καφενείο σε εκκλησία!
  • Για τον Τάκη τον Αβόρανη, εξπέρ στην «κοντραμπάντα»,  όλα πήγαιναν θαυμάσια και τους χουντικούς χωροφύλακες μπορούσε να τους ξεγελά, και τον Ξανθόπουλο να παίζει παράνομα αλλά… ήρθε η τηλεόραση κι οι θεατές χάθηκαν.  Έπρεπε ν αλλάξει επάγγελμα. Κάποιος άλλος θα έπαιρνε τη θέση του.

Οι ιστορίες των τεσσάρων παιδιών, ιστορίες για το σινεμά της μεγάλης οθόνης και του σελιλόϊντ , τρέχουν παράλληλα με τη μεγάλη ιστορία.  Μια ιστορία που σημαδεύτηκε από μεγάλα γεγονότα όπως τη Μικρασιατική Καταστροφή και το τεράστιο προσφυγικό κύμα, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, τη Χούντα των Συνταγματαρχών.  

Το βιβλίο συμπληρώνεται και με ένα γλωσσάρι με όρους του κινηματογράφου, που ηχούν περίεργα σήμερα, καθώς η ψηφιακή προβολή δημιούργησε ένα νέο τοπίο.   Έτσι αυτό το βιβλίο μπορεί να γίνει ένα χρήσιμο εκπαιδευτικό εργαλείο και αυτός είναι ο λόγος που το «Σκασιαρχείο» αποφάσισε να το εκδώσει.

Κεντρική διάθεση:

 Εκδόσεις των Συναδέλφων
Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια

Τιμή: 14.50

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ

  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ εδώ
  • ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ εδώ
  • ΠΟΛΙΤΕΙΑ εδώ

Κινηματογράφος στο σχολείο: ένα πολιτικό διακύβευμα

(Μία σύντομη αναφορά στη σχέση του κινηματογράφου με το σχολείο στην Ελλάδα τον 20 αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου «Όταν ο κινηματογράφος πήγε σχολείο και γύρισε με κλάματα» στο Κάρλοβατς της Κροατίας τον Σεπτέμβριο του 2022)

Το βιβλίο έχει τίτλο «Όταν ο κινηματογράφος πήγε σχολείο και γύρισε με κλάματα». Και φυσικά υπονοεί ότι ο κινηματογράφος δεν είχε μια ομαλή και ευχάριστη σχέση με το δημόσιο σχολείο. Γιατί, μετά τα πρώτα χρόνια του εντυπωσιασμού για τη νέα εφεύρεση, άρχισε η περίοδος της καχυποψίας και της αμφισβήτησης από τη μεριά του κράτους που ήθελε ένα απόλυτα ελεγχόμενο εκπαιδευτικό σύστημα. Αντίθετα, απ τις προοδευτικές δυνάμεις, αναπτύσσονται απόψεις υπέρ του κινηματογράφου ως ένα χρήσιμο εργαλείο σε μια ανανεωμένη εκπαίδευση.  Έτσι αυτή η σύγκρουση κατέληξε ως ένα πολιτικό διακύβευμα που με διαφορετικές μορφές συνεχίζεται ως σήμερα. Όλα αυτά  αποκαλύπτονται μέσα ένα χρονικό που αναπτύσσεται στις 150 σελίδες του βιβλίου και καλύπτει την περίοδο από το 1900 έως το 1997.

Συνέχεια

Σχετικά με το βιβλίο «Οταν ο κινηματογράφος….»

Μια συνέντευξη του Ν. Θεοδοσίου στο Docville της εφημερίδας Documento την Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022.

Πως προέκυψε η σκέψη σας για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;

Φέτος το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους συμπληρώνει 25 χρόνια παρουσίας. Και, είναι γνωστό, πως πέρα από τις ποιοτικές ταινίες που περιλαμβάνει κάθε χρόνο στο πρόγραμμά του, δίνει ιδιαίτερο βάρος  στην κινηματογραφική παιδεία με την οργάνωση εργαστηρίων, σεμιναρίων και διεθνών συνεδρίων. Το να στραφούμε στο παρελθόν και να ανιχνεύσουμε αυτό που προηγήθηκε από μας ήταν μια αναγκαιότητα. Η ιστορία και η κριτική προσέγγιση σε αυτό το παρελθόν μπορεί να φωτίσει πλευρές του παρόντος και να μας δώσει εργαλεία να σχεδιάσουμε το μέλλον. Από την άλλη, ήταν η πολύχρονη έρευνά μου για την κοινωνική διάσταση του κινηματογράφου στην Ελλάδα που αποτυπώθηκε σε βιβλία και ταινίες, που μου πρόσφερε το πρώτο, αλλά εντυπωσιακό, πρωτογενές υλικό. Μια πιο εξειδικευμένη αναζήτηση, αυτή τη χρονιά, το συμπλήρωσε με πάρα πολύ σημαντικές παραμέτρους  και του έδωσε τη μορφή του βιβλίου που έχετε στα χέρια σας.

Η εντύπωση που έχουμε είναι πως στην Ελλάδα ο χώρος της θεσπισμένης εκπαίδευσης εχθρευόταν, είτε συνειδητά είτε αντανακλαστικά, τον κινηματογράφο. Δεν έχουν ακριβώς έτσι τα πράγματα;

Δυστυχώς το εκπαιδευτικό σύστημα στη  Ελλάδα διαχρονικά ακολούθησε μια αντίστροφη πορεία από αυτήν των θεατών, μικρών και μεγάλων. Όσο ο κινηματογράφος  γινόταν το κυρίαρχο θέαμα στην κοινωνία, τόσο περισσότερο υψώνονταν φραγμοί, κάθε είδους νόμοι και απαγορεύσεις, για τα παιδιά. Ειδικά την περίοδο του μεσοπολέμου, όπου έχουμε τη μεγαλύτερη αθρογραφία για τα κακά που προκαλεί στα παιδιά η παρακολούθηση κινηματογραφικών ταινιών. Σταδιακά,  γίνεται αποδεκτή μόνο μια περιορισμένη χρήση του κινηματογράφου, με την προβολή ταινιών που έχουν εκπαιδευτικό περιεχόμενο. Το “κατάλληλο” και “χρήσιμο” περιεχόμενο αυτών των ταινιών καθορίζεται κάθε φορά από την πολιτική της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Διατρέχοντας, μέσα από το χρονικό μου, όλα αυτά τα ταραγμένα χρόνια και την περιπετειώδη σχέση του κινηματογράφου με το επίσημο σχολείο,   είδα να ισχυροποιείται η θέση πως τελικά πρόκειται για ένα πολιτικό διακύβευμα.

Ας προσθέσουμε, ότι η διανόηση, με ελάχιστες εξαίρέσεις, δεν αναγνώριζε τον κινηματογράφο ως τέχνη και γι αυτό το λόγο  δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε παιδαγωγική αξία. Έτσι έπρεπε να μείνει έξω από το σχολείο. Κάτι που δεν έγινε με τις άλλες έξι τέχνες που, λίγο ή πολύ, βρήκαν τη θέση τους στα ωρολόγια προγράμματα. Ο κινηματογράφος ποτέ, κι πέρασαν σχεδόν 130 χρόνια από την εφεύρεσή του.

Πιστεύω πως με την εμφάνιση του  Νεανικού Πλάνου με το Φεστιβάλ Ολυμπίας και το δίκτυο διανομής ενός ποιοτικού κινηματογράφου για παιδιά και νέους το 1997 ξεκινά μια νέα εποχή, πολύ πιο παρεμβατική που αναμφισβήτητα άνοιξε νέους δρόμους. Εκεί σταματά δικό μου βιβλίο. Αλλά ο κινηματογράφος στο σχολείο εξακολουθεί να είναι το ζητούμενο.

Με μεγάλη έκπληξη είδαμε στο βιβλίο σας πως βασικός αμύντορας της χρήσης του κινηματογράφου στην εκπαίδευση ήταν ο Κωστής Παλαμάς; Τι υποστήριζε σχετικά ο ποιητής  και ποια η αντίληψή του για τον κινηματογράφο ως τέχνη;

Ο Κωστής Παλαμάς, πρώτος απ όλους στην Ελλάδα, είδε πως ο κινηματογράφος μπορεί να αποτελέσει ένα εξαιρετικό εκπαιδευτικό εργαλείο. Κι αυτό από το 1915, εποχή που  ο κινηματογράφος δεν έχει αναπτύξει όλα του τα αισθητικά όπλα. Βλέπει την εικόνα ως το μέσον για να βγεί η ελληνική παιδεία από τον “βαρβαρικό της μεσαίωνα”. Ο κινηματογράφος, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά “περικλείει, συνοψίζει και συγκεντρώνει πάσας τας εκ των ωραίων τεχνών απολαύσεις”.  Ας σημειώσουμε πως τα κείμενα του Παλαμά δεν είναι κάποιες θεωρητικές προσεγγίσεις  αλλά άρθρα πολεμικής απέναντι στους υπεύθυνους του υπουργείου Παιδείας και ειδικά στον Τμηματάρχη του Υπουργείου Παιδείας Ε. Λαμπαδάριο, φανατικό πολέμιο του κινηματογράφου .

Τα κείμενά του Κ. Παλαμά “ξέθαψε” το Φεστιβάλ Ολυμπίας το 2019, τα τύπωσε σε ένα όμορφο   φυλλάδιο με τίτλο “Εικόνας μεταχειρίζου ω διδάσκαλε” και είναι πλέον διαθέσιμα σε όλους

Ποια είναι η περιοδολόγηση στις φάσεις της σχέσης κινηματογράφου – εκπαίδευσης στον τόπο μας;

Πολύ συνοπτικά: Η πρώτη περίοδος, από το 1900 ως το 1920 την χαρακτηρίζω “περίοδο της αθωότητας”. Σε αυτήν ο κινηματογράφος αντιμετωπίζεται ως η νέα εντυπωσιακή εφεύρεση, το αξιοπερίεργο. Τη δεύτερη περίοδο,  μέχρι το 1936, αρκετά αντιφατική, βλέπουμε από τη μια να φουντώνει η πολεμική απέναντι στον “εχθρό” κινηματογράφο αλλά παράλληλα να αναπτύσεται ένα σημαντικό κίνημα που επιδιώκει τη θεσμοθέτησή του παιδικού- εκπαιδευτικού κινηματογράφου. Σε αυτό πρωτοστατούν οι δυο οργανώσεις για τα δικαιώματα της γυναίκας. Η διχτατορία του Μεταξά χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο ως βασικό προπαγανδιστικό εργαλείο, κάτι που συνεχίζεται τα μεταπολεμικά χρόνια όπου πλέον ο μηχανισμός του “σχολικού κινηματογράφου” του υπουργείου παιδείας στηρίζεται στο απόθεμα ταινιών της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Πληροφοριών. Έξω από το σχολείο η “μάχη” δίνεται στην “καταλληλότητα” ή “αλαταλλητότητα” των εμπορικών ταινιών και μόνο μετά την πτώση της δικτατορία αρχίζει να γίνεται λόγος να μπει ο κινηματογράφος ως μάθημα στο σχολείο.

Ποιες διορατικές μορφές ξεχωρίζουν στην επιμονή τους της εργαλειακής χρήσης του σινεμά για παιδευτικούς σκοπούς; 

Αναφερθήκαμε ήδη στον Παλαμά. Θα μείνω σε τρεις φωτισμένους παιδαγωγούς που μπορούμε να πούμε πως ακολούθησαν τις προτροπές του. Ο σοσιαλιστής Ηλίας Κωνσταντινίδης, με το εκπαιδευτήριό του στην Αθήνα, το πρώτο σχολείο που αποκτά το 1916  αυτόνομη κινηματογραφική αίθουσα και οργανώνει συτηματικές προβολές. Ο Κώστας Σωτηρίου, στο Διδασκαλείο του Πειραιά, τη δεκαετία του ’30, το πρώτο σχολείο με δική του ταινιοθήκη, που σχεδιάζει ένα νέο εκπαιδευτήριο που θα έχει 6 αίθουσες για προβολή κινηματογράφου! Τον Σωτηρίου θα τον συναντήσουμε και στο “βουνό” με τον Δ. Γληνό, Ρόζα Ιμβριώτη και άλλους. Η  Ειρήνη Παϊδούση, παλιά καθηγήτρια στο εκπαιδευτήριο Κωνσταντινίδη, που από το 1952 προτείνει την καθιέρωση στο σχολείο μιας ώρας τη βδομάδα συζήτηση για τον κινηματογράφο!

Μια συνέντευξη στην εκπομπή «Μπλε σαν Πορτοκάλι», Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022, Πρώτο Πρόγραμμα 17.00-18.00.

Όταν ο κινηματογράφος πήγε σχολείο…

  • Μια έκδοση του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας!
  • Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες!

ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΥΤΟ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ της «ταραγμένης» και γεμάτης περιπέτειες σχέσης του σχολείου με τον κινηματογράφο στην Ελλάδα στον εικοστό αιώνα.

Είναι μια σχέση που κινήθηκε σε ένα αντιφατικό περιβάλλον, εξαιρετικά ρευστό αλλά και ταραχώδες από κοινωνική και πολιτική άποψη, που περιλάμβανε πολέμους, εμφύλιες συγκρούσεις, δικτατορίες, εξεγέρσεις. Την ίδια περίοδο αναπτύχθηκαν και οι ατέλειωτες συζητήσεις για την οριοθέτηση των διαφόρων κινηματογραφικών ειδών, κατάλληλων ή ακατάλληλων ταινιών για τους νέους, ηλικιακά όρια, διαχωρισμός των ταινιών σε μορφωτικές, σχολικές (εκπαιδευτικές), ψυχαγωγικές, ταινίες τέχνης αλλά της αναγκαιότητας να αντιμετωπιστεί ο κινηματογράφος ως εκπαιδευτικό εργαλείο.

Δυο ημερομηνίες ορίζουν το χρονικό όριο αυτής της έρευνας. Το 1900 ως αρχή (το 1903 έχουμε την πρώτη καταγεγραμμένη προβολή κινηματογραφικών ταινιών σε σχολεία στην Ελλάδα), και το 1996-97 ως τέλος, περίοδος που πραγματοποιείται ένα άλμα και ξεκινά μια άλλη σχέση του σχολείου με τον κινηματογράφο. Είναι η χρονιά που εμφανίζεται δημόσια το Νεανικό Πλάνο με το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους. Με τις ταινίες που για πρώτη φορά φέρνει στην Ελλάδα αλλά και τις πρωτοπόρες εκπαιδευτικές δράσεις του.

Καθώς σχετική βιβλιογραφία δεν υπάρχει, χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου πρωτογενείς πηγές, αρχεία, εφημερίδες και περιοδικά.

Μια προδημοσίευση από το βιβλίο στο ένθετο «Καρέ Καρέ» του Φεστιβάλ Ολυμπίας στην εφημερίδα Πατρίς του Πϋργου, Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2021.

Ότι σώθηκε από την πλημμύρα των καιρών

Μια σειρά από διηγήματα και κάτι άλλα που μοιάζουν με τέτοια, τυπώθηκαν σε ένα μικρό βιβλίο που κυκλοφόρησε αθόρυβα και υπογείως τον Οκτώβριο του 2020.

Τα κείμενα απλώνονται στη διάρκεια μιας εικοσαετίας και συγκεντρώθηκαν τώρα γιατί κάποιοι «λογαριασμοί» επέμεναν πιεστικά να κλείσουν.

Ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Παύλος Μεθενίτης, είχε την καλοσύνη να κάτσει να τα διαβάσει. Κι αφού τα διάβασε παρακινήθηκε να γράψει δυο λόγια. Διεισδυτικός και ουσιαστικός όπως πάντα.

Και μ αυτά που έγραψε μου λέω  πως δικαιώνεται η απόφασή μου να περισώσω αυτά τουλάχιστον, πριν  την επόμενη πλημμύρα…

Αυτά έγραψε ο Παύλος:

Μερικές αυθόρμητες σκέψεις για Το Μουσείο

Μια ματιά στα έξω και στα έσω πράγματα που φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ψυχρή και αποστασιοποιημένη, αλλά δεν είναι τέτοια.

Είναι διεισδυτική και κοφτερή – το ατσάλι της είναι επενδεδυμένο με ένα λεπτό, φιλοσοφικό, ελλειπτικό χιούμορ.

Ο Νίκος αντιπαραβάλλεται με τον εαυτό του: στο διήγημα «Η φωτογραφία» του παίρνει και συνέντευξη. Ο Νίκος είναι χωρισμένος στα δυο: το ένα άβατάρ του, ο δημοσιογράφος, συνομιλεί με το άλλο, τον συγγραφέα, περί ενός διηγήματος που υπάρχει στο βιβλίο, αυτό που έδωσε το όνομά του στη συλλογή, το «Μουσείο». Ο δημοσιογράφος ξεμπροστιάζει τον συγγραφέα χρησιμοποιώντας τον Θάνατο, εν είδει τραπουλόχαρτου Ταρό. Μια φωτογραφία του Νίκου, προοιωνίζεται τον θάνατο, και είναι αυτό το αδήριτο γεγονός του επερχομένου τέλους που κάπως σαν να ενοποιεί τα δυο μισά τα δύο άβαταρ ή περσόνες. Mors estquiaesviatoris, finis estomnislaboris, έλαγανοιΛατίνοι. Ο θάνατος είναι η ανάπαυση του οδοιπόρου, το τέλος κάθε μόχθου.

Ο Μάης του ’68, ο κινηματογράφος, τα νιάτα στο Παρίσι με τη μηχανή στο χέρι, το Κόμμα. Έξοχο το «Δημοπρασία ιδεών»: καταλαβαίνει κανείς, πικρογελώντας, γιατί ο Τσουκάτος ήταν στο ΕΚΚΕ και ο Θεοδωρικάκος στο ΚΚΕ…

Αλλά, σε όλα, είναι διάχυτη μια τάση, ας πούμε, ανακεφαλαίωσης της ζωής του από το Νίκο, που κλείνει το μάτι ανάμεσα στις γραμμές, ανάμεσα στα κινηματογραφικά καρέ. Είναι πολύ νωρίς για αυτοβιογραφία; Είναι πολύ νωρίς για να ιχνηλατήσεις τα ορόσημα της ζωής σου, όπως στα αντικείμενα του απολαυστικού Μουσείου; Ίσως. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για να σαρκάσεις τον εαυτό σου και τις βεβαιότητές σου. Μόνο έτσι νομιμοποιείσαι να γελάσεις με τα παθήματα των άλλων.

Παύλος Μεθενίτης

Το διήγημα, που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, έχει δημοσιευτεί και εδώ https://theodosiou.wordpress.com/2019/03/21/to-mouseio/

Ο άγνωστος Βιτσώρης / Βιβλίο

Νίκος Θεοδοσίου «Ο άγνωστος Βιτσώρης»

224 σελίδες

Πρώτη έκδοση: Μάιος 2019

Ο Γιώργος Βιτσώρης έζησε λίγο. Αλλά έζησε μέσα στη φωτιά. Αυτήν του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Με τους δυο παγκόσμιους πολέμους, αλλά και την έκρηξη του επαναστατικού κινήματος με κορυφαίο γεγονός την Ρώσικη Επανάσταση του 1917.

Από τα νεανικά του χρόνια επέλεξε να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των κοινωνικών αγώνων. Συνδύασε με απόλυτη συνέπεια την καλλιτεχνική δραστηριότητα με την επαναστατική δράση τόσο στην Ελλάδα (1924-1936) όσο και στο εξωτερικό (1937-1948).

Σε πολιτικό επίπεδο  κινήθηκε πάντα στο χώρο των πιο ριζοσπαστικών ρευμάτων του εργατικού κινήματος: την ομάδα Κομμουνισμός, το Αρχείο του Μαρξισμού, τη Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση. Συνέβαλε αποφασιστικά στην ίδρυση της 4ης Διεθνούς. Στην Κατοχή συμμετείχε ενεργά στη Γαλλική Αντίσταση και τιμήθηκε γι’ αυτό.

Ταλαντούχος ηθοποιός, κατάφερε να ξεχωρίσει συμμετέχοντας στους μεγαλύτερους θιάσους της εποχής, της  Κυβέλης και της Κοτοπούλη. Στη Γαλλία συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους διανοούμενους και καλλιτέχνες:  Ζαν Πωλ Σαρτρ, Σιμόν ντε Μποβουάρ, Πιέρ Πρεβέρ,  Μαρσέλ Καρνέ και άλλους, συμμετέχοντας σε έξι ταινίες και σε περισσότερες από οκτώ θεατρικές παραστάσεις.

Μια πρώτη προσέγγιση στη ζωή, τη δράση και το έργο (πολιτικό και καλλιτεχνικό) του Γιώργου Βιτσώρη αποτελεί αυτό το βιβλίο.

Οι είκοσι πρώτες σελίδες του βιβλίου

Στο facebook https://www.facebook.com/%CE%9F-%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%92%CE%B9%CF%84%CF%83%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%82-2187726591308269/?modal=admin_todo_tour

ΤΟ ΠΕΤΡΟΨΑΡΟ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΤΡΟΧΩΡΙ

  1. Στην παραλία

Ο Αχιλλέας έκανε βόλτα στην μεγάλη παραλία με την ψιλή άμμο. Ήταν καλοκαίρι. Ένα ελαφρό αεράκι που ερχόταν από το πέλαγος δη­μιουργούσε έναν ελαφρό κυματισμό στη θάλασσα.

Του άρεσε να περπατά ξυπόλητος εκεί που ενώνεται η στεριά με τη θάλασσα και να φτιάνει με τα δάχτυλα αυλάκια στην υγρή άμμο. Το κύμα ερχόταν παιχνιδιάρικα και του τα έσβηνε κι ο Αχιλλέας τα ξανά­φτιαχνε πιο κάτω προσπαθώντας μάταια να το ξεγελάσει. Το κύμα τον ακολουθούσε πάντα εκτός τις μέρες της άπνοιας που εξαφανιζόταν τε­λείως. 

Με αυτόν τον τρόπο ο Αχιλλέας περνούσε ευχάριστα την ώρα του, όχι γιατί δεν είχε παιχνίδια ή φίλους για να παίξε,ι αλλά γιατί έβλεπε ότι υπήρχε μια μορφή επικοινωνίας με αυτά που λέμε άψυχα. Δεν υπήρχε πράγμα στη φύση, έμψυχο ή άψυχο, που να μην μπορεί να κουβεντιάσει μαζί του. Με τη φαντασία έφτιαχνε ολόκληρους διάλογους.

 Αλλά αυτό που συνέβη εκείνη την ημέρα και που θα περιγρά­ψουμε ήταν  κάτι διαφορετικό γιατί ήταν μια ιστορία που είχε εξέλιξη και έκρυβε μια μεγάλη αλήθεια.

Παίζοντας με τα κυματάκια, που αυτή τη φορά έδειχναν μεγαλύ­τερη διάθεση για παιχνίδι, χωρίς να το καταλάβει, έφτασε στην άκρη της παραλίας, στα βραχάκια. Κάποιο μικρό και μυτερό βραχάκι τον γρα­τσούνισε στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού για να του θυμίσει ότι είχε περάσει σε άλλη επικράτεια κι εδώ δεν πέρναγαν τα παιχνίδια της άμμου. Έπρεπε να αλλάξει παιχνίδι. 

Ο Αχιλλέας κοντοστάθηκε. Τα βραχάκια δεν ήταν τόσο φιλικά όσο τα κυματάκια, ή για να ακριβολογούμε τα παιχνίδια τους ήταν πιο άγαρ­μπα και χρειαζόταν μεγαλύτερη προσοχή από τη μεριά του. Πολλές φο­ρές τον είχαν τραυματίσει όταν έκαναν απρόσεχτες κινήσεις. Του είχαν γεμίσει γρατσουνιές τα γόνατα και τα μπράτσα.

Αυτό βέβαια ισχυριζόταν ο φίλος μας γιατί τα βραχάκια είχαν δια­φορετική άποψη. Έλεγαν ότι αυτός ήταν άτσαλος στις κινήσεις του και έπεφτε πάνω τους. Τα βράχια ήταν ακίνητα εδώ και αιώνες.

Καθώς το μυαλό του Αχιλλέα δούλευε για να βρει ένα τρόπο να τα ξεγελάσει, η ματιά του έπεσε σε ένα όμορφο ψαράκι που κολύμπαγε χω­ρίς μεγάλη διάθεση ανάμεσα στα βράχια. Οι κινήσεις του ήταν νωχελικές και ανοιγόκλεινε με πολύ αργές κινήσεις τα πτερύγιά του. Δεν αναζη­τούσε τροφή, δεν είχε κανένα συγκεκριμένο προορισμό, δεν ενδιαφερό­ταν για τίποτα. Ο Αχιλλέας το έβλεπε για πρώτη φορά.

  • Α, ένα όμορφο πετρόψαρο, είπε.
  • Δεν είμαι ψάρι, είπε χωρίς καθυστέρηση και σχεδόν θυμωμένα το ψάρι.

Ο Αχιλλέας συγχύστηκε. Ήξερε καλά τα είδη των ψαριών αυτής της θάλασσας και δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει λάθος.

  • Κι αν δεν είσαι ψάρι, τότε τι είσαι, μαϊμού; του πέταξε κοροϊδευ­τικά.
  • Είμαι πουλί, απάντησε το θλιμμένο πετρόψαρο.

Κόμπιασε λίγο.

  •  Ένα πετροπούλι, πρόσθεσε.

Ο Αχιλλέας από ένστικτο κατάλαβε ότι το ψαράκι δεν του έλεγε ψέματα. Ποτέ, κανένα ζώο δεν τον είχε κοροϊδέψει.  Τα πράγματα της φύσης δεν ήξεραν να λένε ψέματα. Κι αφού ήταν στα αλήθεια ένα πετρο­πούλι αλλά έμοιαζε με πετρόψαρο τότε θα είχε μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία να του διηγηθεί. Δεν είναι συνηθισμένο το φαινόμενο ένα πουλί να μεταμορφώνεται σε ψάρι.

Έπρεπε λοιπόν να το κάνει να του την αφηγηθεί. Αν το ζητούσε τώρα αμέσως ο Αχιλλέας ήταν σίγουρος ότι θα του το αρνιόταν. Αυτή η κουβέντα που του είχε πει κοροϊδευτικά πιο πριν, «τότε τι είσαι, μαϊ­μού;», είχε δημιουργήσει ένα ψυχρό κλίμα ανάμεσά τους.  Έπρεπε να το ζεστάνει.

– Άμα είσαι και αύριο εδώ θα σου φέρω ψίχουλα, του είπε.

Ήξερε ότι τόσο στα ψαράκια όσο και στα πουλιά αρέσουν εξαιρε­τικά τα ψίχουλα του ψωμιού. Τρελαίνονται, μπορούμε να πούμε. Το δικό μας πετρόψαρο δεν έδειξε όμως κανέναν ενθουσιασμό. Ο Αχιλλέας φο­βήθηκε. Έβαλε το μυαλό του να δουλεύει με γρήγορους ρυθμούς για να βρει έναν άλλο τρόπο να αποχτήσει την εμπιστοσύνη του ψαριού. Πριν όμως προλάβει να κάνει μια σοβαρή σκέψη άκουσε το πετρόψαρο να λέει:

– Θα είμαι εδώ! Αύριο!

                               2. Την άλλη μέρα

– Αργήσαμε πολύ να καταλάβουμε τι συνέβαινε στο χωριό, άρχισε να λέει  το πετρόψαρο που ισχυριζόταν ότι ήταν πετροπούλι. Αργήσαμε πάρα πολύ! Κι αυτά που είχαν συμβεί ήταν πάρα πολύ άσχημα για όλους μας.

Γύρω του, στη θάλασσα,  έπλεαν τα ψίχουλα που του είχε ρίξει ο Αχιλλέας, όπως είχε υποσχεθεί. Κι ήταν ψίχουλα από γαλλικό κρουα­σάν. Το ψάρι όμως δεν είχε αγγίξει ούτε ένα. Έμενε αδιάφορο σ αυτές τις εξαιρετικές λιχουδιές. Σκεφτόταν συνέχεια το χωριό του.

– Τότε εγώ ήμουν ένα πουλάκι, ένα πετροπούλι για την ακρί­βεια, είπε και το βλέμμα του ήταν θολό από ένα δάκρυ που σε λίγο θα κυλούσε στο βυθό της θάλασσας,

Το παιδί καθόταν σε ένα φιλόξενο βραχάκι και είχε τεντώσει τα αυτιά του για ν΄ ακούσει, όπως πίστευε, την πιο παράξενη ιστορία στον κόσμο.

  • Ξέρεις γιατί το χωριό μου λέγεται Πετροχώρι; ρώτησε ξαφνικά το ψάρι.

Ο Αχιλλέας έκανε όχι με το κεφάλι αλλά το ψάρι δεν χρειαζόταν αυτή την κίνηση για να συνεχίσει.

– Είναι χτισμένο στην πλαγιά ενός βουνού, ενός βουνού που βγάζει από τα σωθικά του μια εξαιρετική πέτρα. Τα παλιά χρόνια όταν ένας χω­ριάτης έχτιζε σπίτι φώναζε μαστόρους από την Ήπειρο, μαστόρους ξα­κουστούς που ήξεραν να πελεκάνε την πέτρα και να την κάνουν να μι­λάει, όπως έλεγαν. Έτσι όλοι έφτιαχναν σπίτια πέτρινα, με δύο πατώ­ματα, πολύ όμορφα. Για σκεπή έβαζαν κόκκινα κεραμίδια. Το κάθε σπίτι όμως ήταν διαφορετικό, είχε τη δική του προσωπικότητα. Ακόμα και τις αποθήκες και τους στάβλους, πέτρινα τα έκαναν. Κι όταν τα σπίτια γί­νανε πολλά και ήρθε η ώρα να βγάλουν ένα όνομα στο χωριό ο δάσκα­λος, που ήταν ο πιο μορφωμένος, πρότεινε να το πουν Πετροχώρι. Κι όλοι συμφώνησαν. Οι χωριάτες από τα γύρω χωριά ερχόντουσαν και θαύμαζαν τα σπίτια μας. Από τότε η λέξη Πετροχώρι έγινε συνώνυμη με τη λέξη όμορφο χωριό; Και όλοι οι Πετροχωρήτες ήταν περήφανοι για το χωριό τους. Και οι άνθρωποι και τα ζώα. Αλλά ήρθε ο πόλεμος…

Το ψάρι σταμάτησε κι ο Αχιλλέας πάγωσε. Στο μυαλό του ήρθαν εικόνες από την τηλεόραση. Μάνες με παιδιά στην αγκαλιά να τρέχουν. Βόμβες να εκρήγνυνται. Σπίτια να καίγονται. Άντρες ανάπηρους να ζη­τιανεύουν.

– Ναι, αλλά όλα αυτά είναι πολύ παλιά, τι σχέση έχουν με σένα; ρώτησε το παιδί που ήθελε να διώξει από μπροστά του τις εικόνες του πολέμου.

  – Δεν θα καταλάβεις τίποτα αν δεν ακούσεις την ιστορία από την αρχή, και χωρίς να με διακόπτεις γιατί εγώ είμαι πουλί και μπερδεύομαι, του είπε το πετρόψαρο. Να συνεχίσω ή όχι;

Ο Αχιλλέας δεν ήθελε με τίποτα να σταματήσει το ψάρι.

  • Όχι, συνέχισε, είπε. Και συγνώμη για τη διακοπή.

– Λοιπόν, στον πόλεμο το χωριό έπαθε καταστροφές. Πολλοί άν­θρωποι σκοτώθηκαν. Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα. Μετά τον πό­λεμο ήρθε φτώχεια και δυστυχία. Οι άνθρωποι άρχισαν να φεύ­γουν για τις μεγάλες πόλεις. Στο χωριό έμειναν πολύ λίγοι και κυρίως οι γέροι. Μόνο τα ζώα της φύσης έμειναν όλα. Αλλά τα ωραία σπίτια καθώς έμεναν έρημα άρ­χισαν να χαλάνε. Ο αέρας, που είναι δυνατός το χειμώνα, άνοιξε τις πόρ­τες και τα παρά­θυρα. Η βροχή σάπισε τα ξύλα που έμεναν απεριποίητα. Μετά άρχισαν να πέφτουν οι σκεπές. Στην αρχή τα πουλιά και τα ερ­πετά ήταν πολύ ευχαριστημένα με αυτή την κατάσταση γιατί έβρισκαν ωραία σημεία να κάνουν τις φωλιές τους. Κανείς δεν τα έδιωχνε.

  • Έτσι το Πετροχώρι έγινε Ερημοχώρι, είπε ο Αχιλλέας που είχε την κακή συνήθεια να κάνει μερικές φορές τον έξυπνο.
  • Όχι, δεν έγινε Ερημοχώρι, είπε το ψάρι, έγινε Χαλίκι!
  • Δεν είμαστε στα καλά μας, είπε το παιδί. Ποιανού ήταν αυτή η ιδέα;
  • Του δάσκαλου!
  • Του ίδιου δάσκαλου; ρώτησε πάλι ο Αχιλλέας.

– Χαζός είσαι μου φαίνεται, απάντησε το ψάρι. Αφού είχαν περά­σει διακόσια χρόνια από τότε που δώσανε το πρώτο όνομα στο χωριό, μπορεί να ήταν ο ίδιος;

Ο Αχιλλέας ένοιωσε άσχημα βλέποντας ένα ψάρι να τον διορθώνει αλλά σκέφτηκε ότι μερικές φορές τα ζώα είναι πιο σοφά από τους αν­θρώπους.

– Καλά, συνέχισε, είπε. 

  • Η επιστροφή στο χωριό

– Για να είμαι πιο σωστός δεν ήταν ακριβώς του δάσκαλου η ιδέα να αλλάξει το όνομα του χωριού, είπε το ψάρι. Έτσι ήρθαν τα πράματα. Θα σου πω στη συνέ­χεια τι είπε ο δάσκαλος.

– Αχιλλέα! ακούστηκε από πέρα η φωνή της μητέρας. Δεν θα κά­νεις μπάνιο σήμερα; Τον είδες; γύρισε και είπε στον άντρα της που έκανε ηλιοθεραπεία. Κάθεται με τις ώρες και παρατηρεί ένα συγκεκριμένο ση­μείο της θάλασσας. Και δεν απαντάει όταν του μιλάς. Σα να έχει χαζέψει. Λες να έχει κάποιο πρόβλημα το παιδί;  Να το πάμε σε ένα γιατρό όταν γυρίσουμε στην Αθήνα.

  • Δε νομίζεις ότι υπερβάλεις; απάντησε αυτός.
  • Ναι, καλά, όλο λες ότι υπερβάλλω αλλά στο τέλος συμφωνείς μαζί μου. Αχιλλέα! έβαλε πάλι μια φωνή, έλα καμάρι μου να βουτήξεις!

Ο Αχιλλέας έκανε ότι δεν άκουσε. Έτσι έκανε πάντα όταν έλεγαν κάτι που δεν τον συνέφερε.  

  • Σε φωνάζουν, δεν θα πας; είπε το ψάρι.
  • Θα συνεχίσεις την ιστορία ή όχι, είπε το παιδί. Εσύ δεν είπες ότι δεν θέλεις διακοπές; Τι ήταν αυτό με το Χαλίκι;
  • Σου άρεσε το χαλίκι, ε; Χαλίκι ήταν το νέο όνομα του χωριού που προτάθηκε όταν ενώθηκαν πέντε, έξι χωριά της περιοχής και από ξεχωριστές κοινότητες έγιναν ένας Δήμος. Όλα έπρεπε να έχουν τώρα ένα κοινό όνομα γιατί άλλο το έλεγαν Πετρο­χώρι, άλλο Βραχοχώρι, άλλο Ραχούλα, άλλο Πετρούλα κι άλλο Αετοράχη.
  •  Λοιπόν;

Το πετρόψαρο έριξε μια ματιά προς το βάθος της θάλασσας. Στη γύρω περιοχή είχαν μαζευτεί τώρα πολλά μικρά ψάρια, όχι για να κρυ­φακού­σουν την ιστορία του πετρόψαρου αλλά να τσιμπήσουν τα ψίχουλα από το κρουασάν. Τα ζώα γενικώς αδιαφορούν για τις προσωπικές ιστο­ρίες των άλλων.

– Οι άνθρωποι μερικές φορές είναι περίεργοι, είπε το πετρόψαρο κοιτώντας πάντα το σκούρο μπλε της θάλασσας. Δεν μπορώ να τους κα­ταλάβω. Τέλος πάντων… Άκου τώρα τη συνέχεια. Κά­ποια στιγμή που η ζωή στην μεγάλη πόλη έγινε αφόρητη, αφού μαζεύτηκαν τόσοι πολλοί, οι παλιοί κάτοικοι του Πετροχωρίου, νοστάλγησαν το χωριό τους και άρχι­σαν να γυρίζουν πίσω. Όχι μόνιμα, μερικές φορές το χρόνο ερχόντουσαν, για διακοπές. Μερικοί εκτός από το καλοκαίρι ερχόντουσαν και το Πά­σχα και τα Χριστούγεννα. Βρισκόντουσαν μεταξύ τους και θυμόντου­σαν τα παιδικά τους χρόνια. Οι γέροι έλεγαν ιστορίες και γέλα­γαν. Έλεγαν ότι τότε ήταν πολύ ωραία ενώ τώρα η ζωή τους στην πόλη είναι γεμάτη άγ­χος. Έτσι άρχισαν να επισκευάζουν τα παλιά σπίτια. Αλλά μαστόροι για να δουλέψουν την πέτρα δεν υπήρχαν πια. Οι παλιοί είχαν πεθάνει και κανένας νέος μά­στορας δεν είχε βγει. Και τότε μπήκε στη ζωή μας το τσιμέντο.

– Και το χαλίκι, γιατί δε μου λες για το χαλίκι αλλά μου το πας μια από δω μια από κει; είπε λίγο εκνευρισμένος ο Αχιλλέας.

– Αχ πόσο βιάζεσαι, πρόλαβε να πει το ψάρι και έκανε μια από­τομη στροφή και εξαφανίστηκε προς τα ανοιχτά. Είχε δει κάτι που δεν είχε αντιληφθεί ο Αχιλλέας.

Το παιδί σάστισε αλλά κατάλαβε την αιτία της τρομαγμένης φυγής του ψαριού όταν άκουσε μια φωνή πίσω του.

  • Αχιλλέα μου, με ποιον μιλάς παιδάκι μου; Μόνος σου μιλάς αγόρι μου;
  • Τι μιλάω καλέ μαμά, απάντησε αυτός, για τρελό με πέρασες; Τραγουδάω!
  • Ε, είπα κι εγώ! Θα γίνει τραγουδιστής το παιδί μου; Έλα να κά­νεις μπάνιο με την αδελφούλα σου.

Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή. Την ακο­λούθησε με βαριά καρδιά και ένα μεγάλο ερώτημα να του βασανίζει το μυαλό: γιατί το Πετροχώρι ονομάστηκε Χαλίκι;

  • Οι πέτρες και τα χαλίκια

Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο Αχιλλέας συνάντησε τον Βάσο, το φίλο του και του είπε δυνατά:

  • Βάσο, πάμε να παίξουμε μπάσκετ;

Αυτός παραξενεύτηκε γιατί κάθε απόγευμα, μα κάθε απόγευμα,  πήγαιναν στο γηπεδάκι που είχε φτιάξει ο πολιτιστικός σύλλογος και έπαιζαν μπάσκετ.

Ο Αχιλλέας όμως φώναξε δυνατά για να τον ακούσουν οι γονείς του. Η μητέρα του καθόταν στη βεράντα του εξοχικού τους με τον άντρα της. Όταν άκουσε τι είπε το παιδί, του φώναξε:

  • Το κινητό, το πήρες μαζί σου; Όλο το παρατάς και μετά δε σε βρί­σκουμε.

Ύστερα γύρισε στον άντρα της και είπε:

  • Θα ήταν προτιμότερο να γίνει τραγουδιστής ή μπασκετμπολί­στας;
  • Γιατί; ρώτησε αυτός, σου είπε ότι δεν θέλει να σπουδάσει;
  • Όχι, εγώ το σκέφτηκα. Ξέρεις έχουν πέραση αυτά τα επαγγέλ­ματα τώρα…

Ο Αχιλλέας δεν άκουσε τη συνέχεια. Βρισκόταν πάνω στο ποδή­λατο και έτρεχε με το Βάσο προς το γηπεδάκι του μπάσκετ. Αλλά δε σταμάτησε, συνέχισε προς την παραλία.

  • Μη ρωτάς το γιατί, είπε στον έκπληκτο φίλο του. Θέλεις να δεις ένα χρυσό καβούρι; Το είδα το μεσημέρι αλλά μου ξέφυγε.

Όταν έφτασαν στην παραλία του είπε:

– Πήγαινε σε αυτά τα βραχάκια και ψάχνε κάθε τρύπα. Εγώ θα πάω από την άλλη. Όποιος το βρει πρώτος θα πάρει τον άλλο στο κινητό.

Όταν ο υπάκουος φίλος του απομακρύνθηκε, ο Αχιλλέας έτρεξε στο γνωστό βραχάκι με την ελπίδα ότι το πετρόψαρο θα βρισκόταν εκεί. Ανυπομονούσε να ακούσει τη συνέχεια της ιστορίας. Και πράγματι το ψάρι ήταν στη θέση του.

  • Θα μου πεις τη συνέχεια; ρώτησε με αγωνία. Και συγνώμη για τη μεσημεριανή διακοπή αλλά βλέπεις οι μητέρες εμφανίζονται εκεί που δεν τις περιμένεις.

 – Κάθισε, του είπε το θλιμμένο ψαράκι. Θα είμαι πολύ σύντομος τώρα γιατί ο φίλος σου θα βαρεθεί σύντομα να ψάχνει το ανύπαρχτο κα­βούρι και θα γυρίσει πίσω. Είχαμε μείνει εκεί που άνθρωποι του χωριού άρχισαν να επιστρέφουν πίσω. Γυρίζοντας στο χωριό έφεραν μαζί τους και τις άσκημες συνήθειες της πόλης. Τα παλιά πέτρινα σπίτια δεν τους άρεσαν. Τα ήθελαν μοντέρνα, σοβαντισμένα, με μαρμάρινες σκάλες. Να έχουν σύγχρονες κουζίνες και μπάνια, μεγάλα σαλόνια με μεγάλες τηλε­οράσεις και πολλές κρεβατοκάμαρες. Να μην ξεχωρίζουν δηλαδή από τα διαμερίσματα των πολυκατοικιών, γιατί τώρα είχαν μάθει αλλιώς.  Άρχι­σαν λοιπόν, δίπλα στα παλιά, που τα άφησαν ακατοίκητα, να χτίζουν και­νούργια. Αντί για πέτρες χρησιμοποιούσαν τσιμέντο και λάσπη. Οι κερα­μοσκεπές αντι­καταστάθηκαν με ταράτσες. Τα ξύλινα κουφώματα με αλουμίνια. Πάνω στις ταράτσες έβαλαν κεραίες τηλεόρασης. Το ίδιο γι­νόταν και στα άλλα χωριά τριγύρω. Μόνο οι πιο φτωχοί κράτησαν τα πα­λιά σπίτια. Πάντως το Πετρο­χώρι δεν έμοιαζε πια με Πετροχώρι.

– Ούτε φυσικά με χαλίκι, πέταξε ο Αχιλλέας που έβλεπε ότι και πάλι το ψάρι απομακρυνόταν από την ιστορία της αλλαγής του ονόματος του χωριού και οπωσδήποτε της μεταμόρφωσης του πουλιού σε ψάρι.

Το ψάρι όμως δεν παρασύρθηκε από την παρατήρηση του Αχιλλέα και συνέχισε λέγοντας αυτά που είχε στο μυαλό του.

– Τότε ένας πονηρός επιχειρηματίας σκέφτηκε ότι οι αχρησιμοποί­ητες πέτρες μπορούσαν να γίνουν μια πολύ κερδοφόρα επιχείρηση. Έφερε ένα βαρύ μηχάνημα, έσπαγε τις πέτρες και τις έκανε χαλίκι και άμμο. Το χαλίκι και η άμμος χρειάζονται για το τσιμέντο.

– Τι, χάλαγαν τις παλιές πέτρες με αυτές που ήταν φτιαγμένα τα σπίτια; ρώτησε ο Αχιλλέας που άρχισε να καταλαβαίνει που πήγαινε η ιστορία.

– Ακριβώς, απάντησε το ψάρι. Και καθώς οι πέτρες από το Πετρο­χώρι ήταν ξακουστές τώρα όλοι ήθελαν και χαλίκι από το Πετροχώρι. Και σαν τέλειωσαν οι πέτρες από το χωριό κουβά­λαγαν πέτρες από άλλα μέρη και τις έκαναν χαλίκι. Έλεγαν βέ­βαια ψέματα ότι το χαλίκι ήταν Πετροχωρίτικο. Κι έτσι φτιά­χτηκαν όχι μία αλλά πέντε επιχειρήσεις που πούλαγαν οικοδο­μικά υλικά. «Το χαλίκι ήταν η σωτηρία μας» έλεγαν αυ­τοί που είχαν τις επιχειρήσεις. «Με το χαλίκι το χωριό ξαναζωντάνεψε» έλεγαν αυτοί που είχαν μαγαζιά. Για να αυξήσουν την παρα­γωγή των χα­λικιών έφεραν και ξένους εργάτες και έτσι το χω­ριό απόχτησε μια νέα ζωή μόνο που δεν ήταν όπως παλιά. Τα χωράφια έμεναν ακαλλιέργητα και τα δάση απεριποίητα. Έτσι μια πυρκαγιά κατέστρεψε ένα καλοκαίρι το μεγαλύτερο μέρος του δάσους. Αυτό δημιούργησε μια νέα κατάσταση. Τα ζώα πρώτα είδαν τον κίνδυνο που διέτρεχαν όλοι. Και πιο συγκε­κρι­μένα τα πουλιά. Τώρα που θα κάνουμε τις φωλιές μας, έβα­λαν το ζήτημα κάποια. Προσωρινά κουρνιάζαμε πάνω στις κε­ραίες της τηλεόρασης  αλλά και αυτές τις αντικαθιστούσαν σιγά σιγά με δορυφορικά πιάτα. Εκεί ήταν που μπήκε το ζήτημα να αλλάξει το όνομα του χωριού.

– Ποιος το είπε, ο δάσκαλος; ρώτησε ο Αχιλλέας.

– Όχι, σου είπα μπήκε από ανάγκη όταν ενώθηκαν τα χωριά και έγιναν δήμος. Ο πιο μεγάλος εργολάβος πρότεινε το όνομα Χα­λίκι. «Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές» είπε «το όνομα Πετροχώρι είναι αναχρονιστικό». Και σχεδόν όλοι συμφώνησαν. Ο δάσκα­λος, ένας άλλος δάσκα­λος δηλαδή, σα πιο μορφωμένος, πρό­τεινε να μην ονομαστεί απλά Χα­λίκι αλλά Χαλίκιον. Να μοιάζει με αρχαίο! Να φαίνεται, λέει, ότι είναι ένα πολύ παλιό χωριό με πολύ μεγάλη ιστορία. Πρότεινε μάλιστα να γράψει ο ίδιος την ιστορία του χωριού, του Χαλικίου δηλαδή, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

  • Τι υπήρχαν χαλίκια στην αρχαιότητα; ξαναρώτησε ο Αχιλλέας.

– Αυτό είπαν και κάποιοι που διαφωνούσαν με όσα συνέβαιναν στο χωριό και τους έλεγαν τρελούς που δεν καταλαβαίνουν το συμφέρον του τόπου. Αλλά ο πιο μεγάλος εργολάβος, που ήταν και υποψήφιος δήμαρ­χος, τους αποστόμωσε λέγοντας: «χαλίκια υπάρχουν από την εποχή που βγήκαν οι λάσπες».

Ο Αχιλλέας έμεινε άφωνος. Το ψάρι έμεινε κι αυτό για λίγη ώρα σιωπηλό. Μετά είπε:

  • Αυτά ακούσαμε κι εμείς τα ζώα και είδαμε ότι με τέτοια μυαλά που είχαν οι άνθρωποι, μεγάλο κακό μας περιμένει. Αλλά για να είμαστε πιο σίγουροι είπαμε να ρωτήσουμε το Τσιμέντιουμ.
  • Τι; ρώτησε γεμάτος έκπληξη ο Αχιλλέας.

Την ίδια στιγμή είδε το Βάσο να έρχεται τρέχοντας και να φωνά­ζει:

  • Το βρήκα, το βρήκα!

5. Η χρυσή καδένα

Το ψάρι δεν περίμενε τον ερχομό του Βάσου για να εξαφανιστεί. Ο Αχιλλέας σηκώθηκε οργισμένος, έτοιμος να υποδεχτεί με άγριες φωνές το φίλο του αλλά τον είδε που είχε υψωμένο το χέρι με κάτι που γυάλιζε και σταμάτησε.

– Το βρήκα, είδες; είπε ο Βάσος όταν έφτασε μπροστά του.

– Μα αυτό δεν είναι καβούρι, ψέλλισε ο Αχιλλέας, αυτό είναι…

– Μια χρυσή καδένα, συμπλήρωσε ο Βάσος. Τη βρήκα μέσα σε μια τρύπα στα βράχια.

Ο Αχιλλέας κατάλαβε ότι δεν ήταν και τόσο πετυχημένη η ιδέα του να βάλει το Βάσο να ψάχνει το χρυσό καβούρι. Αλλά που να το φανταστεί ότι κάποιος ανόητος θα είχε χάσει τη χρυσή καδένα του. Έκανε μια τελευταία απόπειρα να διώξει πάλι το φίλο του και να μείνει μόνος.

– Εγώ σου μίλησα για χρυσό καβούρι και συ τώρα μου λες άλλα αντί άλλων, είπε. Να πας να βρεις το καβούρι!

– Όχι, αυτό είναι το χρυσό καβούρι, επέμεινε ο Βάσος. Μεταμορ­φώθηκε σε καδένα όταν με είδε για να με κοροϊδέψει και να μην το αναγνωρίσω. Δεν ξέρεις τι πονηρά είναι αυτά τα ζώα!

– Βάσο, άσε τις …

Ο Αχιλλέας κατάλαβε ότι η φαντασία του φίλου του είχε πάρει μπρος κι αν άρχιζε  μια σύγκρουση μαζί του χρησιμοποιώντας κι αυτός τη δικιά του, δεν θα κατέληγαν πουθενά. Δυο φαντασίες μαζί δεν μπορούν να συνεννοηθούν.

– Καλά πάμε, είπε κι έριξε ένα λυπημένο βλέμμα στη θάλασσα που συνέχιζε να κρατά το μυστικό του πετρόψαρου.

– Τη καδένα θα την πουλήσουμε και θα μοιραστούμε τα χρήματα, άκουσε το Βάσο να λέει αλλά δεν έδωσε σημασία.

Στο σπίτι έγινε μεγάλη φασαρία όταν ο Βάσος επανέλαβε την προ­σφορά του κι ο Αχιλλέας την αρνήθηκε. «Σου χαρίζω όλα τα χρή­ματα», του είπε. «Εξ άλλου εγώ σου είπα για χρυσό καβούρι. Τί­ποτα άλλο δεν με ενδιαφέρει». Η μητέρα του Αχιλλέα συγχύστηκε πολύ.

– Δεν καταλαβαίνω αυτή τη συμπεριφορά σου, είπε. Από τη μια όλο απομονώνεσαι από τους ανθρώπους, κάνεις παρέα με τα ζώα, τραγουδάς μόνο σου, συνέχεια βιβλία διαβάζεις, τηλεό­ραση δεν βλέπεις, τα λεφτά δεν σε ενδιαφέρουν, τι θα γίνεις, μου λες; Εσύ γιατί δε μιλάς, γύρισε και είπε στον άντρα της.

– Μπορεί να θέλει να γίνει συγγραφέας, είπε αυτός δήθεν αδιά­φορα.

– Αυτό μας έλλειπε τώρα, είπε η μητέρα του κι έκανε το σταυρό της. Αλλά κι εσύ δε βάζεις καμιά φωνή, γι αυτό κάνει ότι θέλει. Δεν τον στέλνεις να πάει να πάρει σουβλάκια να φάμε για βράδυ; Θέλω και πατάτες τηγανιτές.

Πηγαίνοντας για τα σουβλάκια, ο Αχιλλέας, βρήκε ευκαιρία να ξα­ναπεράσει από το βραχάκι. Έδωσε την παραγγελία στον σουβλα­τζή και μέχρι να την ετοιμάσει πήγε στη θάλασσα. Έψαξε να βρει το ψάρι. Είχε πάρει κι ένα φανάρι μαζί του και φώτιζε τη θάλασσα. Ήξερε ότι μέρα νύχτα τα ψάρια είναι εκεί.

– Τι ψάχνεις, άκουσε μια νυσταγμένη φωνή. Δεν ξέρεις ότι τα βρά­δια τα πουλιά κουρνιάζουν και κοιμούνται;

– Δε θα μου πεις για το Τσιμέντιουμ; ρώτησε. Σαν σήριαλ της τηλε­όρασης κατάντησε αυτή η ιστορία!

– Τώρα κοιμάμαι, απάντησε το πουλί-ψάρι. Αύριο η συνέχεια.

Ο Αχιλλέας παρακάλεσε αλλά τίποτα. Τα ζώα δεν θέλουν να χα­λάνε τις συνήθειές τους. Το παιδί γύρισε απογοητευμένο σπίτι.

  • Που είναι τα σουβλάκια; ρώτησε η μητέρα του.

Είχε ξεχάσει να πάει να τα πάρει.

6. Το Τσιμέντιουμ

Την άλλη μέρα το ψάρι ολοκλήρωσε την ιστορία του.

– Όπως σου είπα και χθες, όταν μάθαμε ότι η πλειοψηφία του χωριού είχε συμφωνήσει με τους εργολάβους, ανησυχήσαμε πολύ. Για να είμαστε όμως βέβαιοι τι πρόκειται να συμβεί, θελήσαμε να πάρουμε ένα χρησμό από το Τσιμέντιουμ. Το Τσιμέντιουμ είναι ένα απλό μέντιουμ  αλλά του βγάλαμε αυτό το όνομα μετά τη φοβερή προφητεία που μας έδωσε. Το μέντιουμ, για να ξέρεις, ζει σε μια σπηλιά, σε ένα μακρινό βουνό. Δεν μπορώ να σου πω αν είναι άνθρωπος ή ζώο γιατί ποτέ κανένας δεν το είδε. Στη σπηλιά που ζει υπάρχει πάντα σκοτάδι. Εκεί πήγε μια αντιπρο­σωπεία από πουλιά. Ήμουν κι εγώ σ΄ αυτήν την αντιπροσωπεία. Κάναμε δύο μέρες να φτάσουμε εκεί.  Κουραστήκαμε πολύ. Η σπηλιά ήταν σε ένα απόκρημνο βράχο πάνω από τη θάλασσα. Όταν ήρθε η σειρά μας να μπούμε στη σπηλιά νοιώσαμε φόβο. Δεν ξέραμε τι μας περιμένει. Το μέντιουμ ήταν πολύ φιλικό. Ήθελε να μας προσφέρει και καφέ αλλά εμείς αρνηθήκαμε αφού δεν πίνουμε καφέ. Όταν του βάλαμε το ερώτημα τι θα γίνει με το χωριό μας, έκανε πολύ ώρα να μας απαντήσει. Μετά από το βάθος της σπηλιάς ακούστηκε μια φωνή: «Τσιμέντο, τσιμέντο, τσιμέντο!» Τίποτα άλλο. Ξαναρωτήσαμε και μας ήρθε η ίδια απάντηση: «Τσιμέντο, τσιμέντο, τσιμέντο»!

Βγήκαμε έξω σαν τρελοί. Αν γίνουν όλα τσιμέντο ποια θα είναι η ζωή μας, αναρωτηθήκαμε όλοι. Και καλά εμείς, κάτι υπάρχει ακόμα να κουρνιάζουμε, αλλά τα παιδιά μας; Σε τι κόσμο θα ζήσουν;

Ο αρχηγός έδωσε το σύνθημα της επιστροφής. «Εγώ δε θα έρθω μαζί σας», είπα. «Θέλω να σκεφτώ τι θα κάνω». Στην πραγματικότητα σκεφτόμουνα να πέσω στη θάλασσα να πνιγώ. Τόσο απελπισμένος ήμουν. Όταν οι άλλοι έφυγαν, ανέβηκα στον πιο ψηλό βράχο κι ήμουν έτοιμος να πέσω όταν μου ήρθε μια ιδέα. Η ζωή είναι ωραία, είπα, κρίμα να τη χάσω. Θα κάνω κάτι άλλο. Θα πάω μετα­νάστης στη θάλασσα. Τόσοι και τόσοι δεν αφήνουν τη χώρα τους και πάνε αλλού να ζήσουν; Τσιμέντο να γίνουν όλα, εγώ θα πάω στη θάλασσα, είπα δυνατά. Τι κι αν γίνω ψάρι. Εκεί δεν έχει τσιμέ­ντα. Θα προσέχω μη με φάει κανένα μεγαλύτερο ψάρι κι αυτό εί­ναι όλο.

Ο Αχιλλέας άκουγε με πολύ μεγάλη προσοχή την ιστορία του πε­τρόψαρου και ήταν συγκλονισμένος. Δεν είχε σκεφθεί ποτέ τι μπορεί να σπρώξει κάποιον να αφήσεις πατρίδα, γονείς, αδέρφια, φίλους και να πάει να ζήσεις μακριά. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Στο μεταξύ, το πουλί που είχε γίνει ψάρι, συνέχιζε.

– Αλλά στη θάλασσα δε τα βρήκα καλύτερα. Ίσως και χειρότερα. Γι αυτό είμαι θλιμμένο. Μόλυνση μεγάλη. Οι άν­θρωποι όλα τα σκουπίδια τα πετούν μέσα στη θάλασσα και την έχουν κάνει έναν απέ­ραντο σκουπιδότοπο. Πετούν  σ αυτήν από μικρά σκουπίδια μέχρι πυρη­νικά απόβλητα. Ξέρεις ότι τα σφουγγάρια στο Αιγαίο πέθαναν όλα. Πολύ λίγα έμειναν. Και άλλα είδη εξαφανίζονταν σιγά σιγά. Δηλαδή από τη Σκύλλα, κατέληξα στη Χάρυ­βδη.

  • Μη μου πεις ότι συνάντησε τη Χάρυβδη!

Η φαντασία του Αχιλλέα οργίαζε και πάλι και φαντάστηκε ότι ο ψάρι είχε συναντήσει το μυθικό τέρας. Συγκλονίστηκε από την ιδέα ότι μπο­ρούσε να έχει πληροφορίες από πρώτο χέρι. Αλλά σύντομα απογοητεύ­τηκε.

– Σου μοιάζω για Οδυσσέας; Ένα ταλαίπωρο πουλί είμαι που έγινε ψάρι από ανάγκη, είπε και το βλέμμα του πάλι θόλωσε.

Ο Αχιλλέας δεν ήξερε τώρα τι να πει. Ήθελε να το παρηγορήσει αλλά πως; Πως παρηγορούν τα απογοητευμένα πουλιά;

Το πετρόψαρο έμεινε για πολύ ώρα σκεφτικό. Ο ήλιος έφευγε κι ο Αχιλλέας ανησύχησε.

– Τι σκέφτεσαι; ρώτησε.

– Τα λάθη μου, απάντησε το ψάρι.

– Ψέματα λες, είπε το παιδί. Οι άνθρωποι δεν σκέφτονται ποτέ τα λάθη τους!

Μόλις το είπε αυτό πάγωσε. Πως του ήρθε αυτή η σκέψη; Αν τολ­μούσε να την πει μπροστά σε μεγάλους, θα έτρωγε μεγάλη κατσάδα. Δεν είναι κουβέντες αυτές για μικρά παιδιά, θα του έλεγε ο ένας. Σα να πα­ραμεγάλωσες μου φαίνεται, θα έλεγε ο άλλος. Εσύ να κοιτάς τα μαθήματά σου, θα του έλεγε ο τρίτος.

Από τη δύσκολη θέση τον έβγαλε το ψάρι.

– Μα εγώ δεν είμαι άνθρωπος! Είμαι πουλί!

Ο Αχιλλέας ηρέμησε. Ευτυχώς τα ζώα δεν θυμώνουν και δε μαλώνουν ποτέ τα παι­διά, σκέφτηκε.

– Και τι συμπέρασμα έβγαλες ύστερα από τόση σκέψη; ρώτησε για να δώσει μια συνέχεια στην κουβέντα.

– Αποφάσισα να τα διορθώσω, απάντησε το ψάρι.

– Δηλαδή; επέμεινε ο Αχιλλέας, που ήταν περίεργος να δει πως τα πουλιά διορθώνουν τα λάθη.

– Να, είπε το ζωάκι, αποφάσισα να σταματήσω να παριστάνω το ψάρι. Αποφάσισα να ξαναγίνω πουλί. Αποφάσισα να ξαναγυ­ρίσω στο Πετροχώρι. Ήταν λάθος που άφησα τα άλλα ζώα και πήγα να ζήσω μακριά τους. Ήταν λάθος που εγκατέλειψα τον αγώνα για τη σωτηρία του Πετροχωρίου. Ήταν λάθος που μασκαρεύ­τηκα ψάρι. Ο καθένας πρέπει να είναι αυτό που είναι. Να είναι αυθεντικός.

Η σκέψη ότι το ψαράκι θα γύριζε στα βουνά, δεν άρεσε στο παιδί. Θα το ήθελε να μείνει εδώ, στην παραλία, να βρίσκονται πότε πότε και να κουβεντιάζουν. Γιατί του Αχιλλέα του άρεσε μόνο η θάλασσα. Στο βουνό δεν μπο­ρούσε να βρει κύματα να παίζει μαζί τους.

  • Και τι θα κάνεις στο πέτρινο Πετροχώρι που έγινε χαλίκι και σε λίγο θα γίνει τσιμέντο; πέταξε με αρκετή δόση ειρωνείας.

Ευτυχώς τα ζώα δε θυμώνουν κι έτσι το πουλί-ψάρι δεν μί­λησε άσχημα στο παιδί. Είπε μόνο:

– Έχω ένα σχέδιο, αλλά δεν θα σου το αποκαλύψω. Αν περάσεις καμιά φορά από το Πετροχώρι, θα δεις.

Ο Αχιλλέας, σαν παιδί που ήταν, επέμεινε να μάθει το σχέδιο του πουλιού, αλλά αυτό στάθηκε βράχος και δεν είπε λέξη. «Μια τρύπα στο νερό θα κάνεις», σκέφτηκε ο Αχιλλέας, αλλά δεν τόλμησε να βγάλει έξω τη σκέψη του.

 Έτσι, κάπως ψυχρά τέλειωσε η σύντομη γνωριμία του Αχιλλέα με το περίεργο πετρόψαρο που ισχυριζόταν ότι ήταν πετροπούλι.

7. Ένα χρόνο μετά

Το χειμώνα που ακολούθησε, ο Αχιλλέας σκεφτόταν συνέχεια την παραλία και το παιχνίδι με τα κύματα. Μερικές φορές ερχόταν στο νου και το βραχάκι και τότε εμφανιζόταν μπροστά του το πετρόψαρο. 

  • Δεν είμαι πετρόψαρο, είμαι πετροπούλι, το άκουγε να λέει. Έλα αύριο να σου πω την ιστορία μου!

Αυτή η ιστορία κατάντησε να γίνει κάτι σαν εφιάλτης. Έβλεπε συνέχεια μπροστά του σπίτια από τσιμέντο, δέντρα από τσιμέντο, αυτοκίνητα από τσι­μέντο, ανθρώπους από τσιμέντο. Μια μέρα δεν άντεξε και στο μάθημα της γεωγραφίας ρώτησε.

– Κυρία, μπορείτε να μου πείτε που βρίσκεται το Πετροχώρι;

Όλη η τάξη γέλασε. Κι η δασκάλα που ξαφνιάστηκε, είπε:

– Πως θέλεις να ξέρω όλα τα χωριουδάκια της Ελλά­δας; Νομίζεις ότι είναι λίγα; Κοίτα το χάρτη να δεις! Αυτό όμως, σαν ψεύτικο μου φαίνεται. Σε κάποιο από τα περίεργα τα­ξίδια της φαντασίας σου πρέπει να το συνάντησες. Έτσι δεν είναι;

Ο Αχιλλέας πείσμωσε. Ζήτησε από το πατέρα του να του αγοράσει έναν μεγάλο, λεπτομερειακό χάρτη της Ελλάδας. Αυτός τον πήρε αμέσως γιατί σκέφτηκε ότι ο γιος του αποφάσισε να προσγειωθεί στην ελληνική πραγματικότητα και να αφήσει τις περίεργες φιλίες με τα ζώα και τη θάλασσα.

Και το παιδί ρίχτηκε στη δουλειά. Κόλλησε τον χάρτη στον τοίχο και άρχισε να ταξιδεύει πάνω του. Όσο όμως πέρναγαν οι μέρες, μεγάλω­ναν οι αμφιβολίες αν αυτά που είχε πει το πουλί – ψάρι ήταν αλήθεια. Γιατί όσο κι αν έψαχνε, χωριό με το όνομα Πετροχώρι δεν βρισκόταν. Και τα χωριά που ήταν σημειωμένα στο χάρτη ήταν πολλά και τον μπέρ­δευαν.

Πέρασαν μέρες και βδομάδες. Έψαξε τον χάρτη και ίσια και ανάποδα, παιδεύτηκε πολύ αλλά τελικά, ένα βράδυ, το βρήκε. Το Πετροχώρι ήταν υπαρκτό! Ήταν πράγματι ένα ορεινό χωριό, αλλά πολύ κοντά στη Λίμνη.

Όταν ήρθαν οι διακοπές του Πάσχα, ζήτησε από τον πατέρα του να πάνε εκδρομή στη Λίμνη. Δεν είπε τίποτα για το Πετροχώρι. Ήξερε όμως ότι ο δρόμος για τη λίμνη πέρναγε από κει.

Ο πατέρας δέχτηκε με ευχαρίστηση την πρότασή του γιατί ήταν η πρώτη φορά που ο γιος του δεν επέμενε να πάνε στη θάλασσα. Βέβαια κι εκεί υπήρχε νερό, υπήρχε η Λίμνη, αλλά όσο νάναι ήταν κάπως διαφορε­τικό.

«Άρχισε να μεγαλώνει και αλλάζει συνήθειες», σκέφτηκε.

Ταξίδεψαν με το ιδιωτικό τους αυτοκίνητο. Σε όλη τη διαδρομή ο Αχιλλέας έδειχνε αδιάφορος. Υπήρχε όμως μια εσωτερική ταραχή. Ήταν η μεγάλη προσμονή. Θα αποκαλυπτόταν τελικά αν το ψάρι του είχε πει αλήθειες ή ψέματα. Θα φανερωνόταν αν η αγνότητα υπήρχε στον κόσμο κι η υποκρισία και το ψέμα είχαν γίνει τρόπος ζωής και στον κόσμο της θά­λασσας.

Έφτασαν στο Πετροχώρι. Μόνο μια παλιά ξεβαμμένη πινακίδα υπήρχε στην είσοδο του χωριού για να φανερώνει το όνομά του. Διέσχισαν το Πετροχώρι. Ο Αχιλλέας ήταν σαν να τόξερε. Είχε μπροστά του τις περιγραφές του πε­τρόψαρου. Είδε τις αλλαγές και στεναχωρήθηκε. Τα παλιά πέτρινα σπίτια είχαν γίνει τα περισσότερα τσιμεντένια. Και πάνω σε όλες τις ταράτσες υπήρχαν δορυφορικά πιάτα.

  • Φοβερό, είπε.
  • Τι φοβερό είδες πάλι, είπε η μητέρα του. Ένα ασήμαντο χωριου­δάκι είναι. Άρχισες πάλι να ονειρεύεσαι;

Διέσχισαν όλο το χωριό χωρίς να συμβεί απολύτως τίποτα. Πουλιά δεν ακούγονταν καθόλου. Ο Αχιλλέας απογοητεύτηκε.

Είχαν βγει έξω από το χωριό, όταν είδαν μια συστάδα ψηλών δέ­ντρων. Ξεχώριζαν γιατί ήτα τα μόνα μεγάλα δέντρα σε ολόκληρη την πε­ριοχή. Έδιναν την εντύπωση μιας όασης στη μέση της ερήμου. Εκεί ο Αχιλλέας άκουσε. Άκουσε τα πουλιά. Όλα τα πουλιά του Πετροχωρίου.

  • Τι ωραία που τραγουδάνε τα πουλάκια, είπε η αδερφή του.
  • Δεν τραγουδάνε, διαμαρτύρονται, είπε ο Αχιλλέας.
  • Τι; είπε ο πατέρας του και πάτησε φρένο.

Ήταν μερικές φορές που οι παραδοξολογίες του γιου του τον εκνεύριζαν αφάνταστα.

  • Τι εννοείς; γύρισε και ρώτησε.
  • Ακούστε πιο προσεχτικά τα πουλιά, απάντησε το παιδί. Θα κατα­λάβετε.

Άκουσαν. Πράγματι. Αυτά τα πουλιά δεν τραγούδαγαν. Σα να ούρλιαζαν. Τέτοιο κελάηδισμα δεν είχαν ακούσει ποτέ. Βγήκαν εντυπω­σιασμένοι έξω από το αυτοκίνητο.

  • Τι περίεργα πουλιά, είπαν όλοι μαζί. Και ένοιωσαν να ανατριχιά­ζουν.

Ο Αχιλλέας πήγε στο αυτοκίνητο, πήρε ένα μεγάλο χαρτόνι, δι­πλωμένο ρολό, και ένα χοντρό μαρκαδόρο. Άπλωσε το χαρτόνι στο καπό του αυτοκινήτου και έγραψε με μεγάλα γράμματα:

«Όχι άλλο τσιμέντο – Το Πετροχώρι να μείνει Πετροχώρι»

  • Αυτό λένε τα πουλιά, γύρισε και είπε στους δικούς του.

Και κόλλησε το αυτοσχέδιο πλακάτ πάνω σε ένα δέντρο, σε σημείο που να το βλέπουν όλοι όσοι περνούσαν από το δρόμο.

Τότε άκουσε ένα πουλί να ξεχωρίζει. Έκανε με το λαρύγγι του κάτι παιχνιδίσματα φοβερά κι οι ήχοι που έβγαιναν είχαν έναν τέτοιο πλούτο που ίσως άλλη φορά να μην ακούστηκαν. 

Ο Αχιλλέας κατάλαβε. Γέλασε. Η αλήθεια ήταν εδώ.

  • Τώρα μπορούμε να πηγαίνουμε, είπε.

Εκείνη την ημέρα ακόμη και η μητέρα του κατάλαβε ότι ο γιος της έκανε κάτι το εξαιρετικό. Ο πατέρας του γέλασε πονηρά. Μόνο η αδελφούλα του, του έβγαλε τη γλώσσα. Αλλά ήταν μικρή ακόμα. Μόλις δυόμισι χρόνων.

Ο Αχιλλέας έγινε ορνιθολόγος.

(ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, 2001)

Κι ο «Μετανάστης Κινηματογράφος» ελεύθερος!

σάρωσηΔυσεύρετο πλέον το βιβλίο μου «Ο Μετανάστης Κινηματογράφος / Οι Έλληνες στα πρώτα χρόνια του κινηματογράφου», Έκδοση ΝΕΑΝΙΚΟ ΠΛΑΝΟ, Αθήνα 2003, 128 σελίδες, σκαναρίστηκε και είναι πλέον διαθέσιμο σε όλους τους ταξιδιώτες του διαδικτύου!

Για το βιβλίο:

Έξι, φαινομενικά ασύνδετες, ιστορίες απαρτίζουν τα ισάριθμα κεφάλαια του βιβλιου.

Οι ιστορίες καλύπτουν χρονολογικά τα πρώτα χρόνια της εφεύρεσης του κινηματογράφου – τέλη του 19ου, αρχές του 20ου αιώνα – κι αποκαλύπτουν άγνωστες, μέχρι σήμερα, πτυχές της συμμετοχής Ελλήνων στη διαδικασία της εφεύρεσης και την ανάπτυξη της νέας τέχνης.

Όλα αυτά τα κεφάλαια συγκροτούν μια ενιαία ιστορία, την ιστορία των μεταναστών όταν αυτοί συνάντησαν τον νεογέννητο κινηματογράφο κι αυτός… μετανάστευσε και κυρίεψε τη γη!

Η επιστημονική τεκμηρίωση όλων των παραπάνω υποστηρίζεται με πλούσιες αναφορές στις πηγές: ιδιωτικά και δημόσια κινηματογραφικά αρχεία του εξωτερικού και άλλες γραπτές πηγές.

Ο Μετανάστης Κινηματογράφος είναι ένα βιβλίο ιστορίας που μπορεί να διαβαστεί σαν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα.

Περισσότερα εδώ