Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

  • Κλικάρετε εδώ για να γραφτείτε συνδρομητές και να έχετε ενημέρωση για νέα άρθρα με ηλεμηνύματα (ελληνιστί ημέιλ)

    Προστεθείτε στους 8.781 εγγεγραμμένους.
  • ΟΠΕΚΕΠΕ, η λέξη του 2025!

    Η λέξη της χρονιάς (2025)
  • ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ (2021)

  • ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ (2018)

  • ΤΟ ΠΡΟΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

  • ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΒΙΒΛΙΟ

  • ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΒΙΒΛΙΟ

  • ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ψηφίστε τα καλύτερα έργα της παγκόσμιας πεζογραφίας!

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2026

Ψηφίζετε εδώ , αλλά διαβάστε πρώτα το άρθρο!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Κατάλογοι, Λογοτεχνία, Πεζογραφία, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , , , | 406 Σχόλια »

Posokanei τελικά; (από την ΕφΣυν)

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2026

Αναδημοσιεύω σήμερα το προχτεσινό άρθρο μου στην Εφημερίδα των Συντακτών, στην τακτική εβδομαδιαία στήλη μου «Μέσα από τις λέξεις». 

Το υλικό είναι φρέσκο, παραδόξως δεν έχει τύχει να λεξιλογήσουμε για το ρήμα «κάνω» παρά μόνο παρεμπιπτόντως. Εδώ κάνω μερικές προσθήκες. 

Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο είναι από την ηλέκδοση της εφημερίδας. 

PosoKanei τελικά;

Posokanei ονομάστηκε η νέα πλατφόρμα με την οποία η κυβέρνηση ελπίζει να τιθασεύσει την ακρίβεια που απελπίζει τους πολίτες. Πολλοί σχολίασαν το όνομα με έξυπνες ατάκες και μιμίδια, εμείς όμως λεξιλογούμε οπότε θα το εξετάσουμε από αυτή την άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Τα μεγάλα ρήματα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 65 Σχόλια »

Τα ταξίδια του Ιάκωβου Μηλοΐτη (α’ μέρος)

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2026

Ο Ιάκωβος Μηλοΐτης γεννήθηκε στην Πάτμο τον 16ο αιώνα. Ταξίδεψε πολύ και ο δρόμος τον έφερε στο Τύμπινγκεν, την Τυβίγγη. Εκεί γνώρισε τον περίφημο Γερμανό ελληνιστή Μαρτίνο Κρούσιο (Crusius λατινιστί, Κράους λεγόταν ο άνθρωπος), καθηγητή στο εκεί πανεπιστήμιο, στον οποίο έδωσε στις 16 Ιανουαρίου 1588 μια σύνοψη των ταξιδιών του, γραμμένη στα δημώδη ελληνικά που μιλούσε.

Το πρωτότυπο κείμενο του Μηλοΐτη πρέπει ή μπορεί να βρίσκεται εδώ, αν κάποιος καταφέρει να το εξάξει (σικ, ρε) του χρωστάμε χάρη. Το κείμενο το εξεδωσε στα ελληνικά το 1882 ο Σπυρίδων Κ. Παπαγεωργίου στο περιοδικό Παρνασσός (το τεύχος κατεβαίνει από εδώ). Ο Παπαγεωργίου είχε βρεθεί το 1879 στο Τύμπινγκεν και στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, και, όπως γράφει, μελέτησε τον σχετικά φτωχό κατάλογο των χειρογράφων. Εκεί βρήκε το οδοιπορικό του Μηλοΐτη, στο οποίο υπήρχε σημείωση του Κρούσιου: «Ταύτα έγραψέ μοι ιδιοχείρως ο εκ Πάτμου κύριος Ιάκωβος ο Μηλοΐτης, εν Τυβίγγη τη 16 Ιανουαρίου αφπη’, ανήρ άριστος και φιλογερμανός Μαρτίνω τω Κρουσίω».

Για τον  Μηλοΐτη τα μόνα που ξέρουμε είναι ότι ήταν Πάτμιος και βρέθηκε στην Τυβίγγη το 1588. Εκτός από το Οδοιπορικό του δεν υπάρχει άλλο ίχνος για τον βίο και την πολιτεία του, λογικό άλλωστε. Όπως θα δείτε δεν είχε μεγάλη εγκύκλια μόρφωση αλλά ήταν παρατηρητικός και ταξίδεψε πολύ, πολλών δ΄ανθρώπων ίδεν άστεα: Ελλάδα, Μικρασία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο, Αλγερία, παραδουνάβιες χώρες, Ρωσία, Πολωνία, Πρωσία, Γερμανία, Ιταλία, Βαλκάνια. Δεν προκύπτει από κάπου ότι ήταν έμπορος. Ο ίδιος λέει ότι έκανε φυλακή στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να προσδιορίζει την αιτία.

Ο Παπαγεωργίου εξέδωσε το κείμενο διορθώνοντας τις ανορθογραφίες του πρωτοτύπου, με εξαίρεση τα τοπωνύμια, που τα αφήνει ως έχουν. Δίνει όμως και ένα δείγμα από την αρχή του κειμένου με την ορθογραφία του συγγραφέα

Εκ της εμού ηλικίας θα πει «μόλις ενηλικιώθηκα».

Παραθέτω το πρώτο μισό από τα ταξίδια του Μηλοΐτη, στο οποίο αφηγείται και την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Το άλλο μισό, εν καιρώ.

Σχολιασμό είναι δύσκολο να κάνω εκτενώς, θέλει πολλή δουλειά. Εκ των ενόντων, και τσοντάρετε κι εσείς. Βάζω πάντως κάποια πράγματα σε αγκύλες, κυρίως τοπωνύμια.

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΙΑΚΩΒΟΥ ΜΗΛΟΪΤΗ

Ἐγώ, Ἰάκωβος Μιλοΐτης, γέννημα νήσου Πάτμου, ἐκ τῆς ἐμοῦ ἡλικίας ἐξενητεύθηκα ἐκ τὴν ἐμοῦ πατρίδα πρῶτον μὲν εἰς τὴν Μπούλια [Puglia] ἐπορεύθηκα νέος, ἔως 20 ἐτῶν· καὶ ἐπῆγα εἰς χῶρα τῆς Πούλιας ὀνόματι Ὅτροντω [Otranto]. Μετέπειτα εἰς ἕτερη  χῶρα ὀνόματι Λέτζη [Lecce], χώρα μεγάλη. Μετέπειτα εἰς χῶρα ὀνόματι Τάρανδο [Taranto], καὶ αὐτὴ ἡ χῶρα μεγάλη καὶ πλούσια κατὰ πολλά. Μετέπειτα ἐπῆγα εἰς χῶρα ὀνομαζομένη Βρονδήση [Brindisi], μετέπειτα εἰς χῶρα ὀνομαζομένη Πάρη [Bari]· καὶ ἐκεῖ εἰς τὴν Πάρη ἔστι τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Νικολάου σῶο καὶ ἀκέραιο. Μετέπειτα ὑπόστρεψα ἐκ τῆς Πούλιας εἰς τὴν πατρίδα μου, καὶ ἐπορεύθηκα εἰς τὴν Ἀλεξάνδρεια.

Ἐκ τῆς Ἀλεξανδρείας ἐταξείδευα πάντα ἐν τῇ νήσῳ Κύπρο καὶ ἐν νήσῳ Κρήτη· καὶ ἀπὸ νήσου Κρήτη εἰς Ἀλεξανδρία καὶ εἰς Αἰγύπτω· καὶ εἰς ἐκείνους τοὺς τόπους τῆς Ἀραβίας ἐταξείδευσα εἰς Δαμιάτη [Δαμιέτη, Damietta] καὶ εἰς Βερούτη [Βηρυττό], ὅπου ὁ μέγας μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Γεώργιος ἐσκότοσε μὲ τὸ κοντάρι του τὸν δράκον ἐν τῇ λήμνῃ. Καὶ ἀπέ τὸ Βερούτη εἰς τὸ Γιάφα· ἐκ τῷ Γιάφα ἔστι τὸ διάστημα μία ἡμέρα καὶ ἥμισυ ἕως τὴν πόλιν Ἱερουσαλήμ· καὶ ἀπὸ Γιάφα πορεύονται οἱ προσκυνητάδες εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸ πλέο μέρος διατί έστι εὔκολη ἡ ὁδός. Ἐκ τῆς νήσου Κύπρου μὲ τὰ καράβια εἰς τὸ Γιάφα. Ἀπὸ τὸν Γιάφα εἰς χῶρα Ταρσῶ [Ταρσία]. Ἀπὸ τὴν Ταρσῶν εἰς Τρίπολη [Τρίπολη Λιβάνου, Τραμπλός]. Ἡ Τρίπολης ποιεῖ ἔλαιο πολὺ καὶ γίνεται πολὺ σαποῦνι καὶ φορτώνουσι τὰ πλοῖα καὶ φέρνουσι εἰς τὴν Κωνσταντίνου πόλιν καὶ εἰς Σαλονήκει καὶ ἐν ἄλλοις τόποις. Ἐκ τῆς Τρίπολης τὴν χῶρα ἐν τῇ στερεᾷ εἰς χῶρα Δαμασκό, καὶ εἰς Ἀντιόχια καὶ εἰς Χαλέπι.

Ἡ Κύπρος ἔχει χώρας μεγάλας μόνο τὴν Λευκοσία καὶ τὴν Ἀμμόχωστω· ἀλλὰ ἔχει καὶ μικραῖς πόλες, Πάφο καὶ Λεμεσὸ καὶ Λάρνακα καὶ Κυρήνηα. Τὸ κύκλος τῆς νήσος Κύπρου γυρίζει μίλια 600 ἰτάλικα καὶ ἔχει κώμας 14,000. Ἀπὸ τὴν Ἀλεξανδρία ἕως πρώτη γῆς τῆς ἀνατολῆς μία χῶρα ὀνομάζεται Ἀτάλια· ἔστι πόρρω ἐκ τῆς Ἀλεξανδρείας μίλια 450.
Καὶ εἰς τὴν χώρα τὴν Ἀτάλια ἔστι πολλοὶ χριστιανοὶ Ἕλληνες, ἀλλὰ οὐ γινώσκουσι γλῶσσα ἑλληνικήν· μόνον τούρκικη γλῶσσα· καὶ ὑπάρχουσι καλοὶ χριστιανοὶ καὶ γραμματισμένοι, γράμματα ἑλληνικά, τυπογραφία ἐκ τῆς Βενετήας. Καὶ ἐκ τῆς Ἀτάλιας ἔσω τῆς στερεᾶς δύο καὶ ἥμισυ ἡμέρας εἰς χῶρα ὀνομάζεται Σπαρτά [Σπάρτη, Ισπάρτα]· καὶ εἰς τὰ Σπαρτὰ πολλοὶ χριστιανοὶ Ἕλληνες· οὐ γινώσκουσι γλῶσσα ἑλληνική. Ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια ἕως τὴν νῆσο Κρήτη μίλια 450. Ἡ νῆσος Κρήτη γυρίζει τὸ κῦκλος μίλια 600 ἰτάλικα καὶ ἔχει καὶ αὐτὴ κώμας 14,000, ὥσπερ  τὴν Κύπρο ἔχει ἡ Κρήτη χώραις· ἡ πρώτη ἡ χώρα ἡ μεγάλη ὀνομάζεται Χάνδακας, παλαιὸ ὄνομα· ἔστι ἡ πόλις μεγάλη ὥσπερ ἡ Ἀργεντίνη. [Εννοεί το Στρασβούργο]

Ἔχει καὶ ἄλλας πόλες· Χανία καὶ Ρέτεμος, Γεράπετρο, Στέα καὶ Κίσαμο. Ἀλλὰ ἡ μεγάλη χώρα καὶ τὰ Χανία καὶ τὸ Ρέτεμος ἔστι δυναταῖς χώραις διὰ τὸν πόλεμον. Ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια ἕως τὸ Κάϊρος μίλια 500 ἰτάλικα,  108 γερμάνικα. Καὶ πορευόμαστε μὲ τὰ πλοῖα τὰ ἀράπικα μὲ τὸν ποταμὸν τὸν Νίλον. Ἀπὸ τὸ Κάηρος ἕως τὴν Ἱερουσαλὴμ
ἔστι τὸ διάστημα ὀκτὼ ἡμέρας· καὶ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ ἕως τὸ ὄρος Σηνὰ ἡμέρας ὀκτώ· καὶ ἀπὸ τὸ ὄρος Σινὰ ἕως τὴν Ἱερουσαλὴμ ἡμέρας ὀκτώ· καὶ πορεύονται οἱ προσκυνητάδες εἰς ἐκείνους τοὺς ἁγίους τόπους  μὲ τὰ καραβάνια μὲ ταῖς καμήλαις, πολλοὶ ἀνθρῶποι ὁμοῦ, διατί ἔστι φόβος ἐν τῇ ὁδῷ ἀπὸ τοὺς κλέπτας τοὺς ἀράπιδες, καὶ διὰ τοῦτο πορεύονται μὲ καραβάνη· καραβάνη δηλοῖ πολλοὶ ἀνθρῶποι ὁμοῦ, ἕως τετρακόσιοι καὶ πεντακόσιοι ὁμοῦ καὶ χίλιοι διὰ τὸν φόβον του κλέπτου. Ἀπὸ τὴν Ἀλεξανδρίαν ἕως τὴν νῆσο Ρόδος μίλια 500 ἰτάλικα. Ἡ νῆσος Ρόδος ἔχει κώμας 60. Ἐκ τῆς νήσου Ρόδος ἕως τὴν νῆσο Κὸς μίλια ἰτάλικα 100.

Πορευόμενος ἀπὸ τὴν Ρόδο τὴν ὁδὸν διὰ τὴν Κῶ εὑρίσκομε μία νῆσος ὀνόματι Σήμι καὶ ἔχει ἔνα κάστρο καὶ κατοικοῦσι πάντες Ἕλληνες καὶ ἡ τέχνη αὐτῶν ὑπάρχουσι πάντες βουτοῦσι εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης ἕως 25 εἴκοσι καὶ πέντε ὀργιαῖς, καὶ ἐβγάνουσι τὰ σφογγάρια, καὶ ἀπὸ ἐκείνης ἔρχονται τὰ σφογγάρια στὴν Βενετίαν. Ἀπὸ τὴν νῆσο Κῶς ἕως τὴν νῆσο Πάτμος μίλια 60· ἀπὸ τὴν νῆσο Πάτμον ἕως τὴν νῆσο Σάμος μίλια  40 ἰτάλικα· ἀπὸ τὴν νῆσο Σάμος ἕως τὴν Ἔφεσο μίλια 20 ἰτάλικα· καὶ ἀπὸ Ἔφεσο ἔως τῆς στερεᾶς εἰς χῶραν Σουβράσαρη [Σιβρί Χισάρ]· καὶ ἀπὸ Σουβράσαρη εἰς Βουρλά· καὶ ἀπὸ Βουρλὰ εἰς Σμήρνη· καὶ ἀπὸ Σμύρνης εἰς Μαγνησία, ὅπερ ἔστι ὁ υἱὸς τοῦ Καίσαρος τούρκου, τοῦ Σουλτὰν Μουράτη, ὀνόματι Μεεμέτης. Ἀπὸ Σμύρνης εἰς Θύρα [Θείρες, Tire]· χῶρα μεγάλη, ἔμποροι πολλοὶ ἀπὸ Βενετία καὶ ἀπὸ παντοίους τόπους τῆς Ἰταλίας, καὶ ἀπὸ Φράντζιας. Ἀπὸ Θύρας εἰς Κοῦλα. Πολλοὶ χριστιανοὶ Ἕλληνες· οὐ γινώσκουν γλῶσσα ἑλληνική· πάντες τεχνίτες, ποιοῦσι ταπέδια· ἑλληνικὴ γλῶττα πεύφκια [χαλιά] Ἀπὸ τὴν Σμύρνη ἐγγὺς τῆς θαλάσσης χῶρα ὀνομάζεται Φώκιες παλαιαῖς, καὶ ἄλλη πόλις ἐγγὺς Φώκιες νέες.

Ἀπὸ νήσου Σάμος ἔως νήσου Χίας μίλια 60. Ἀπὸ νήσου Χίος ἕως νήσου Μητηλήνης μίλια 30. Ἀπὸ τὴν Μιτηλήνη ἕως τὴν νῆσο Τένεδος μίλια 70. Ἀπὸ νήσου Τένεδος ἔως τὰ δυὸ Νεόκαστρα τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως μίλια 30. Καὶ ἀνάμεσα τῆς ὁδοῦ τῆς Τένεδος καὶ τῶν δύο κάστρων ἔστι ἡ Τρωάδα. Ἀπὸ τὰ δύο Νεόκαστρα τῆς Κωνσταντινοπόλεως ἔστι   χώρα, ὀνομάζεται Καλήπολη, μίλια 30 ἰτάλικα· ἀπὸ τὴν Καλήπολη ὑπάρχει νῆσος ὁ Μαρμαρᾶς. Ἀπὸ τὸν Μαρμαρᾶ ἔστι ἄλλη χώρα Ἀρακλήα ὀνόματι. Ἀπὸ τὴν Ἀρακλία ἔστι ἕτερη χώρα ὀνόματι Ρωδοστό· καὶ ἀπὸ τὸ Ρωδοστῶ ἕως τὴν Κωνσταντίνων πόλι ἰτάλικα μίλια 100.

Ἀπὸ τὴν Κωνσταντίνου πόλιν θέλομε νὰ ἐξεύγωμε ἔξωθε νὰ ἔλθομε  εἰς τὴ Μαύρη θάλασσα· καὶ πρῶτο μὲν ἐν τῇ ὁδῷ εὑρίσκομε μικρὰ πόλι· ὀνομάζεται Νέω χωρίο. Ἀπὸ τὸ Νέο χωρίο εὑρίσκομαι ἄλλη μικρὰ πόλις, ὀνομάζεται Θεραπία· ἀπὸ τὰ Θεραπία ἐξαγένομε ἔξοθε τὸ στενὸ καὶ ἐμ πένομε ἔσω τὴν Μαύρη θάλασσα καὶ περιπατοῦμε ἀριστερὰ μὲ τὰ πλοῖα, καὶ εὑρίσκομε πρώτη χώρα, ὀνομάζεται Μήδια. Ἀπὸ τὴν Μίδια εὑρίσκομε ἕτερη χώρα ὀνόματι Ἀγαθόπολιν. Ἀπὸ τὴν Ἀγαθόπολιν εὑρίσκομε ἕτερη χώρα, ὀνομαζομένη Σηζόπολιν· καὶ εἰς τὴν Σηζόπολιν ἐγγὺς ἔστι νῆσος.  Τὸ κῦκλος τῆς νῆσος μικρὸ, ἔως ἕνα τετάρτο ἀπὸ μίλι ἰτάλικο. Καὶ ἔσω τῆς νῆσος ἔστι μοναστήριον ὡραιότατα καὶ θαυμαστὸ, τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, γενόμενο ὑπὸ τῶν παλαιῶν βασιλέων. Καὶ ὑπάρχουσιν πολλοὶ καλόγεροι Ἕλληνες ἕως τὴν σήμερον, ἀλλὰ καὶ τὸ μοναστῆρι ὑπάρχει πολλὰ πλούσιο. Ἀπὸ τὸ μοναστῆρι ἐγγὺς εὑρίσκομε πόλι Ἀχιλό [Αγχίαλος, υποθέτω]. Αὐτὴ ἡ πόλις ποιεῖ ἅλας πολὺ καὶ θρέφεται ἡ Μαύρη θάλασσα καὶ ἡ Κωνσταντίνου πόλις. Ἀπὸ τὸν Ἀχηλὸ ἕτερη πόλις ὀνόματι Μεσέβρια. Ἀπὸ τὴν Μεσέβρηα εἰσερχομάστα καὶ βρίσκομε ἕνα λιμιόνα ὀνόματι Πενταράκληα. [Δεν μπορώ να την ταυτίσω] Ἐκεῖ πορεύονται τὰ πλοῖα διὰ τὸν λιμιόνα, διότι ἡ Μαύρη θάλασσα ἔστι κενὴ καὶ οὐκ ἔχει λιμιόνες. Καὶ εἰς τὴν Πεταράκληα τὸν παλαιὸν καιρὸ ἤτονε χώρα μεγάλη καὶ κάστρο δυνατό· ἀλανὲν [αλλά νυν] οὐκ ἔστι πόλις, μόνον ὀλίγοι χριστιανοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ ἔξωθεν τοῦ κάστρου. Ἀπὸ τὴν Πενταράκληα εἰς 200 μίλια εὑρίσκομε χῶρα ὀνόματι Πρωήλαγο [Βραΐλα], καὶ αὐτὴ ἡ πόλις ἔστι ἔσω τοῦ ποταμοῦ Τούναβη ἐγγὺς τῆς Μπογδανίας. Καὶ ἀπὸ τὴν Προήλαγο εἰς τὸν Καφὰ καὶ ἀπὸ  τὸν Καφὰ εἰς Τραπεζῶντα.

Ταῦτα πάντα εἰσὶν ἀπὸ τῆς Κωνσταντίνου πόλεως πάντα ἀριστερά. Ἀπὸ Κωνσταντίνου πόλεως δεξιὸν τὴν μερίαν τῆς Μαύρης Θάλασας οὐκ ἔχουσιν πόλε, διατὶ ὀκέχουσι [ουκ έχουσι] λιμιόνες διὰ τὰ πλοῖα· μόνον μία πόλις ὀνόματι Σινόπη. Ἀπὸ τὴν Κωνσταντίνου πόλι ἕως τὸ Σινόπη μίλια 200  ἰτάλικα, καὶ ἀπὸ τὸ Σινόπη ἕως τὸν Καφὰν ἰτάλικα μίλια 500.

Τὸ Ἀρτζηπέλαγως. Ἀπὸ τὴν νῆσο Κρήτη ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Χανίων ως τὴ νῆσο Μύλο μίλια 100 ἰτάλικα· ἀπὸ τὴν νῆσο Μύλο ἔστι νῆσοι πολλαί, Κύμουλος, Σήφουνος, Σέρφος, Θερμία, Τζήα, Ἔγενα. Ἡ Ἔγενα ἔστι ἐγγὺς τῆς Κωρήνθου Κεχρίες. Εἰς τὸ Ἀρτζηπέλαγος εὑρίσκεται μία  νῆσος ὀνόματι Σαντορίνη· ἔχει τρία κάστρα· πάντες Ἕλληνες. Τῷ καιρῷ ὁποῦ ἐμάλονε ὁ Τοῦρκος μὲ τὸν Βενετσιάνον εἰς τὰς 1572 ἐν ἐκείνῃ τῇ νήσῳ Σαντορίνῃ ὑπῆρχε καὶ ἕτερη νῆσος μικρὸ ἐγγύς· καὶ ἀνάμεσα τὴν μεγάλη νῆσο καὶ τὴν μικρὴ ἀπὸ μέσα τῆς θαλάσσης ἐξύβγαινε φωτιὰ καὶ καπνὸς καὶ πέτρες ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν θάλασσα καὶ ἐψηλώνασι ἄνοθε καὶ βρόμος πολὺς ἐκ τὸν καπνὸν καὶ θερμὸς μέγας ἀπὸ τὴν φωτία· ὅτι πάντες ἡ ἄμπελες καὶ ἡ σπορὲς τῆς νῆσος ἐχαλάσανε ἀπὸ τὸν πολὺ θερμό· καὶ ἐφύγασι οἱ ἄνθρωποι τῆς νήσου καὶ ἐπορευθήκασι εἰς Ἀξιὰν καὶ εἰς ἄλλαις νήσαις. Καὶ ἡ πέτρες ἐπλέγασι ἄνω τῆς θαλάσσης καὶ ἤφερέ τες ἡ θάλασα ἕως τὴν Σαλονίκη καὶ Κωνσταντινούπολη καὶ εἰς ἄλλους τόπους,  καὶ ὕστερα ἀπεύτης ἐχάθηκε ἡ φωτία καὶ ὁ καπνός. Ἐγένηκε ἀπὸ ταῖς πέτραις καὶ ἐκτίστη ἕνα νησὶ μικρὸ ἐγγὺς τοῦ ἄλλου νησίου τοῦ μικροῦ καὶ φαίνεται ἕως τὴν σήμερον· καὶ εἰς αὐτὸ δένουσι τὰ καράβια τὰ σχοινιά  τους εἰς τὸ νέο νησί.

Ἀπὸ τὴν Τζήα ἕως τὴν Ἀθήνας μίλια 20 ἀπὸ τὴν Τζήα ἕως τὴν νῆσο τῆς Ἐγρήπου [Εύβοια] μίλια 40 ἰτάλικα· ἀπὸ τὴν νῆσο τῆς Ἐγρήπου ἔστι νῆσος ὀνόματι Ἄνδρος. Νῦν ἐπιστρέφομε εἰς τὴν Μύλο, καὶ λαβάνομε ἐκ  δεξιὸ μέρος καὶ βρίσκομε τὴν νῆσο Πάρο· καὶ ἀπὸ τὴν Πάρο τὴν Ἀξία. Ὁ δοῦκας τῆς ἀξίας ἐδεσπότευε ἕξ νήσους, τὴν Ἀξίαν, τὴν Σαντορίνη, τὴν Ἄνδρος, τὴν Σήρα, τὴν Μπάρον καὶ τὴν Μύλο. Ἐγγὺς τῆς Ἄνδρου ἕως ἕνα μίλι ἔστι μία νῆσος, ὀνόματι Τήνω· ἔστι τοῦ Βενετσιάνου ἕως τὴν σήμερον· ἔχι κάστρο δυνατὸ καὶ ἀπέστειλε ὁ Τοῦρκος ἑκατὸ κάτεργα καὶ πολλὰ φουσάτα τοῦ καιροῦ τῆς Κύπρου καὶ ἐπολέμισε αὐτὴ τὴ νῆσο Τῆνος. Οὐκ ἐδυνήθη λαβάνει αὐτήν.Ἔχουσι καὶ ἄλλαις νήσους πολλούς. Ἀμοργὸ, Ἀστουπαλία, Λέρος, Κάλημνος, ἀπὸ τὴν Κάλημνο ηὑρίσκομε τὴν Κὸ, ἀπὸ τὴν Κὸ ἔστι ἡ Νίσηρος, ἡ Τῆλος, ἡ Χάρκη, ἔπειτα ἡ Ρόδος, ἡ Κάρπαθος.

Ἀπὸ τὴν Κωνσταντίνου πόλιν θέλομεν νὰ πορευθοῦμε ἐν τῇ Σαλονίκῃ καὶ πρῶτο μὲν εὑρίσκομε τὴν Τένεδο, ἔπειτα τὴν Λῆμνο, τὴν Σκῆρο, τὸ Σκόπελο, τὸ Χιλιοδρόμι, [η Αλόννησος] τὴν Σκιάθο, ἔπειτα τὴν Σαλονίκη. Ἐγγὺς τῆς Σαλονίκης ἔστι μία πόλις ὀνόματι Βέργια. Ἡ πόλις Βέργια ἔστι Πάτρηα  τοῦ Παναγιωτάτου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Κυρίου Σιλβέστρου. Ἐγγὺς τῆς νήσω Λῆμνος καὶ ἐγγὺς τῆς Σαλονίκης ἔστι τὸ Ἅγιο Ὅρος. Ἐν ἐκείνῳ τῷ ὄρει ὑπάρχουσι δώδεκα μοναστήρια βασιλικὰ παλαιὰ, γενόμενα ὑπὸ τοὺς παλαιοὺς βασιλεῖς, καὶ ἔστι θαυμαστὰ καὶ πολλοὶ μόναχοι εἰς αὔτα τὰ μοναστήρια· καὶ ὅλα ἔχουσι κάστρα καὶ μπουμπάρδες καὶ καμπάνες.

Ως εδώ φτάνει, προσεχώς η συνέχεια των ταξιδιών του καταπληκτικού Μολοΐτη!

Posted in Γεωγραφία, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παλιότερα ελληνικά, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 113 Σχόλια »

Ροδάκινα ή νεκταρίνια;

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2026

Εδώ στο σουπερμάρκετ είχε και από τα δύο. Πήρα νεκταρίνια, καθώς τα έδινα στην κοπέλα που τα ζύγιζε, λέει «ροδάκινα;», όχι της λέω, νεκταρίνια. Δοκιμάσατε τα ροδάκινα; είπε εκείνη, είναι πολύ ωραία. Άλλη φορά, προτιμώ νεκταρίνια, απάντησα και φάνηκε να μη συμφωνεί.

Παλιά βέβαια, είχαμε μόνο ροδάκινα -ή γιαρμάδες έστω. Νεκταρίνια θυμάμαι μετά τη μεταπολίτευση, αν και μπορεί να λαθεύω. Στην αρχή τα νεκταρίνια δεν μου άρεσαν, τώρα τα προτιμώ, ίσως επειδή δεν έχουν χνούδι. Και έχουν και πιο σφιχτή σάρκα. Αλλά αυτό βέβαια είναι θέμα γούστου.

Από αυτή τη στιχομυθία παίρνω την αφορμή για το σημερινό άρθρο, που βέβαια είναι στο μέγιστο μέρος του επανάληψη από παλιότερο. Αλλά από το 2019, που δημοσιεύτηκε τελευταία φορά το ροδακινοάρθρο μας, έχουν περάσει πολλά χρόνια οπότε κάποιοι δεν θα το έχετε διαβάσει -ή δεν θα το θυμάστε καλά.

Να πω ότι εκείνο το παλιό άρθρο είχε τίτλο «Το φρούτο από την Περσία». Όπως έχουμε ξαναπεί, οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά και οι Ρωμαίοι, χρησιμοποιούσαν σε πολλές περιπτώσεις το μήλο (malum) σαν γενικό όρο για τα οπωρικά, προσθέτοντας ένα προσδιοριστικό επίθετο για να δηλώσουν άλλα φρούτα. Το ροδάκινο το είπαν περσικόν μήλον, και η ονομασία έπιασε στα λατινικά, όπως θα δούμε παρακάτω, όχι όμως στα ελληνικά. Η ροδακινιά είναι βέβαια ιθαγενής της Κίνας, στα μέρη μας όμως τα ροδάκινα ήρθαν από την Περσία, πιθανότατα με τις εκστρατείες του Αλέξανδρου.

Ο Θεόφραστος, στο σύγγραμμά του για την ιστορία των φυτών,  αναφέρει την περσική μηλέα, ενώ ο Αθήναιος παραθέτει άφθονες αναφορές που ασφαλώς ή πιθανώς εννοούν τα ροδάκινα, μεταξύ των οποίων και ένα απόσπασμα από έργο του Αντιφάνη, όπου ένας νέος προσφέρει σε μια κόρη να δοκιμάσει «χρυσά μήλα», και της λέει πως «νεωστί γαρ το σπέρμα τούτ’ αφιγμένον εις τας Αθήνας παρά του βασιλέως» (δηλαδή πρόσφατα ήρθε από την Περσία), και η κοπέλα τα παινεύει λέγοντας πως τα νόμισε μήλα των Εσπερίδων. Πρέπει βέβαια να πούμε πως ο Αθήναιος θεωρεί ότι ο διάλογος αφορά τα κίτρα, που και αυτά, όπως έχουμε πει  στο σχετικό άρθρο τα έλεγαν «μηδικά μήλα», αλλά είναι πολύ πιθανότερο να νοούνται τα ροδάκινα γιατί προσφέρονται ως εκλεκτό έδεσμα –κάτι που μάλλον αποκλείει τα (σχεδόν μη φαγώσιμα) κίτρα.

Περσικά μήλα λοιπόν τα ροδάκινα, και όπως πολύ συχνά συμβαίνει το ουσιαστικό έπεσε και ονομάστηκαν σκέτα περσικά. Αλλά και στα λατινικά, malum persicum το είπαν το ροδάκινο κι εκεί το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε και το φρούτο έμεινε να λέγεται persicum, στον πληθυντικό persica. Κι απ’ αυτόν τον πληθυντικό, που θεωρήθηκε ενικός θηλυκού γένους, ονομάστηκε, με τις ανάλογες αλλοιώσεις, το ροδάκινο σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες (αν και όχι στα ισπανικά, βλ. πιο κάτω): peach στα αγγλικά, pêche στα γαλλικά, Pfirsisch στα γερμανικά, pesca στα ιταλικά, pêssego στα πορτογαλικά· κι αν στις παραπάνω λέξεις μόνο ο ετυμολόγος μπορεί να αναγνωρίσει την περσική αρχή, τα ολλανδικά (Perzik) ή τα ρώσικα (πέρσικι) ή μερικές ιταλικές διάλεκτοι (persica) διατηρούν ολοζώντανη την ανάμνηση.

Στα ελληνικά όμως λέμε ροδάκινο, λέξη που δεν έχει σχέση ούτε με τα ρόδα ούτε με την… Κίνα, την πραγματική πατρίδα του καρπού. Όσο κι αν δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, η λέξη είναι δάνειο από τα λατινικά, και μάλιστα από μια συγκεκριμένη ποικιλία ροδάκινα, όψιμα, μεγάλα και  σκληρόσαρκα, που ονομάζονταν duracina και πέρασαν στα ελληνικά ως δωράκινα ή δοράκινα (και οι δυο ορθογραφίες παραδίδονται σε κείμενα της ελληνιστικής εποχής).

Η ονομασία αυτή όμως δεν ρίζωσε, ίσως διότι δεν σήμαινε τίποτε στα ελληνικά, και πολύ γρήγορα τα δοράκινα με αντιμετάθεση, και ασφαλώς με την παρετυμολογική επίδραση από τα ρόδα, έγιναν ροδάκινα, λέξη που εμφανίζεται  πρώτα στο γλωσσάριο Λέξεις βοτανών, που ψευδώς αποδίδεται στον Γαληνό, όπου διαβάζουμε ότι: «μήλα περσικά ήτοι τα ροδάκινα». Ο Ιερόφιλος, ένας «διαιτολόγος» της πρώιμης βυζαντινής εποχής (τον τοποθετούν μεταξύ 4ου και 7ου αιώνα), στο σύγγραμμα «Πώς οφείλει διαιτάσθαι άνθρωπος εφ’ εκάστω μηνί», που εξετάζει τι πρέπει να τρώμε κάθε μήνα, λέει ότι τον Ιούλιο είναι ωφέλιμα τα υγρά οπωρικά, δηλαδή σταφύλια εκτός από τα μαύρα, καθώς και «άπιον, μήλον, δαμάσκηνον, ροδάκινον». Τα ροδάκινα τα συστήνει και για τον Σεπτέμβριο. Αλλά και ο Αλέξανδρος ο Τραλλιανός, που σίγουρα έγραψε τον 6ο αιώνα, αναφέρεται πολλές φορές σε «ροδάκινα».

Από τότε ως σήμερα, ροδάκινα λέμε και γράφουμε, επί 1500 ή 1800 χρόνια –ωστόσο, και εδώ θα γκρινιάξω λίγο και σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε, το λεξικό Μπαμπινιώτη πριν από μερικά χρόνια άρχισε να λανσάρει την ορθογραφία ρωδάκινο, την οποία θεωρεί «συνεπέστερη και ετυμολογικά ορθότερη» διότι ο τύπος «δωράκινον» μαρτυρείται από την ελληνιστική εποχή. Θεωρώ τερατώδη τη λογική αυτή, τόσο γενικά, διότι δίνει δικτατορικά δικαιώματα στην ετυμολογία περιφρονώντας βάναυσα τη χρήση, όσο και, πολύ περισσότερο, στην προκειμένη περίπτωση, όπου αφενός ο τύπος δωράκινον συνυπήρχε με τον τύπο δοράκινον (είναι βέβαια συχνότερος: στο TLG μετράω 18 δωράκινα και μόνο 4 δοράκινα) και αφετέρου οι ίδιοι οι συγγραφείς της ελληνιστικής και βυζαντινής εποχής μόνο ροδάκινα και ροδακινέα έγραψαν και καθόλου *ρωδάκινα, τουλάχιστον σύμφωνα με το TLG! Δηλαδή, για να διαφυλάξουμε το «ετυμολογικό ίνδαλμα» του ωμέγα από το δωράκινον (που, στο κάτω της γραφής, είναι λαθεμένος σχηματισμός), περιφρονούμε 18 αιώνες χρήσης, περιφρονούμε την ωραία οπτική ομοιότητα με τα ρόδα, φτιάχνουμε μια λέξη-Φρανκενστάιν που δεν έχει καμιά εσωτερική λογική, και μετά παραπονιόμαστε που τα παιδιά γράφουν με γκρίκλις και προειδοποιούμε πως θα το πληρώσουν ακριβά! Για να μην είμαι μονομερής, πρέπει να αναγνωρίσω ότι και ο άγιος Κριαράς, στο δικό του λεξικό *ρωδάκινο γράφει, αλλά το λεξικό του Κριαρά δεν έχει ανακηρυχτεί πέμπτο ευαγγέλιο σαν του Μπαμπινιώτη. Τέλος της γκρίνιας.

Στη βυζαντινή εποχή λοιπόν τα ροδάκινα αναφέρονται ανάμεσα στα άλλα οπωρικά, π.χ. στον Πτωχοπρόδρομο που μακαρίζει τους κηπουρούς που καλλιεργούν «συκίτζια και ροδάκινα, ροδίτζια, μυγδαλίτζια», στον Πωρικολόγο ο Ροδάκινος βρίσκεται σχετικά ψηλά στην ιεραρχία των πωρικών με το αξίωμα του πρωτοστάτορα, ενώ τον 18ο αιώνα ο Καισάριος Δαπόντες, στον Κανόνα περιεκτικόν πολλών εξαιρέτων πραγμάτων θεωρεί εκλεκτότερα τα ροδάκινα της Πόλης.

Πάντως, πρέπει να πούμε ότι η ονομασία «δοράκινο» δεν έχει χαθεί εντελώς. Στην Κέρκυρα, αλλά και στην Ήπειρο, ακόμα όμως και στον Κολινδρό λεγόταν παλιότερα, ίσως και λέγεται ακόμα. Επίσης, στην Κοζάνη και στη Νάουσα (τουλάχιστον) καταγράφεται ο τ. «δρόκινο», που πρέπει να προέκυψε από το δοράκινο. Και για να κλείσουμε με τις άλλες ονομασίες, στην Κέρκυρα ακούγεται και ο τ. «πέρσουκα», από κάποια ιταλική διάλεκτο δάνειο -και υπάρχει και η παροιμία «πέρσι ήτανε πέρσουκα», με τη σημασία «πέρσι ήταν αλλιώς τα πράγματα», κάτι σαν το last year που λένε πολλοί.

Nα σημειώσω επίσης ότι και το λατινικό duracinum δεν έχει χαθεί εντελώς, αφού στα ισπανικά της Λατινικής Αμερικής το ροδάκινο λέγεται durazno (ενώ στα καστιλιάνικα λέγεται melocoton, που είναι το malum cotoneum, κανονικά το κυδώνι!)

Το ροδάκινο έχει παρουσία στη δημοτική ποίηση, μαζί όμως με άλλα οπωρικά και σε δεύτερη μοίρα, ενώ στη φρασεολογία μας σχεδόν απουσιάζει· δεν υπάρχει καμιά πολύ γνωστή παροιμία ή ιδιωματική φράση με το ροδάκινο, εκτός από την στερεότυπη παρομοίωση για το νεανικό δέρμα ή «το μάγουλο (σαν) ροδάκινο», για φρέσκο, κρουστό, νεανικό μάγουλο, αλλά κι αυτή η έκφραση λέγεται επίσης για το βερίκοκο. Στο slang.gr βρίσκω ότι ροδακινάκι λέγεται στην ερωτική λογοτεχνία το αιδοίο ή τα οπίσθια, αλλά αυτό μου φαίνεται πρόσφατο δάνειο από τα αγγλικά. Στο Αποθετήριο παροιμιών βρίσκω σε πολλές παραλλαγές την παροιμία Εβγήκε το ροδάκινο, άρχισε το νυχτέρι, επειδή, λέει, από τον Αύγουστο οι ράφτες και οι λοιποί τεχνίτες άρχιζαν να δουλεύουν και τις πρώτες ώρες της νύχτας. Και παραλλαγές: Έφαγες ροδάκινο; Κάτσε και νυχτέρεψε ή Το ροδάκινο στο χέρι και η κόρη στο νυχτέρι.

Ροδάκινα υπάρχουν σε πολλές ποικιλίες, αν και κάποιες σχεδόν έχουν εκλείψει, όπως τα λεμονάτα ή οι μαστοί της Αφροδίτης, που μόνο τοπικά βρίσκονται. Ίσως έχουν εκλείψει από την αγορά και οι μαλακοί και νοστιμότατοι γιαρμάδες (ή γερμάδες), όπως διαβάζω σε άρθρο εφημερίδας, πάντως, πολλοί αποκαλούν «γιαρμάδες» όλα αδιακρίτως τα ροδάκινα. Η λέξη γιαρμάς προέρχεται από τα τούρκικα, από το ρήμα yarmak που θα πει σχίζω. Yarma şeftali είναι λοιπόν στα τούρκικα το ροδάκινο που σχίζεται εύκολα, που ο πυρήνας του αφαιρείται εύκολα, το εκπύρηνο. Το ροδάκινο γενικώς στα τούρκικα είναι şeftali (λέξη περσικής αρχής, που κατά λέξη σημαίνει κάτι σαν ‘τραχύ δαμάσκηνο’), κι αν προσέξατε την ομοιότητα με την κυπριακή σεφταλιά, δεν είναι τυχαία, από την τουρκική λέξη για το ροδάκινο πήρε και η σεφταλιά το όνομά της (δείτε εδώ παλιότερο σχόλιο του Κ. Καραποτόσογλου).

Στην Κρήτη η ροδακινιά λεγόταν παλιότερα και κιοφτελιά και οι καρποί της «κεφτέλια». Δεν αποκλείεται να προέρχεται από το şeftali με παρασυσχέτιση με τον κιοφτέ.

Στην Άπω Ανατολή, που είναι η γενέθλια γη του, το ροδάκινο θεωρείται ότι συμβολίζει τη μακροζωία, ή ακόμα και την αθανασία, και έχει άφθονες πολιτισμικές αναφορές. Υπάρχουν άλλωστε και κινέζικες ποικιλίες που τώρα τελευταία καταφθάνουν στις ευρωπαϊκές αγορές, όπως τα πλακουτσά ροδάκινα.

Το ροδάκινο χρησιμοποιείται πολύ και στη ζαχαροπλαστική. Θα αναφέρω το πες Μελμπά (pêche Melba), το παγωτό που φτιάχτηκε προς τιμή της μεγάλης ντίβας της όπερας Νέλι Μέλμπα. Θα την τονίσουμε στην παραλήγουσα εφόσον ήταν Αυστραλή, αλλά το παγωτό στη λήγουσα, αφού το έφτιαξε ο Γάλλος σεφ Εσκοφιέ (ο οποίος εμπνεύστηκε κι άλλες τρεις συνταγές από την αυστραλέζα σοπράνο και τους έδωσε το όνομά της).

Να αναφέρουμε και τη γνωστή παραλία Ροδάκινο της Κρήτης -έτσι πρόχειρα δεν θυμάμαι άλλη παραλία να έχει όνομα καρπού.

Τέλος, όσοι πηγαν σχολείο στη δεκαετία του 1980 θα θυμούνται τις κονσέρβες με κομπόστα ροδάκινο που μοιράζονταν αφειδώς. Εγώ είχα ξεσκολίσει, από δεύτερο χέρι τα λέω.

Και να περάσουμε στα νεκταρίνια. Από βοτανολογική άποψη, τα  νεκταρίνια είναι κι αυτά ποικιλία του ροδάκινου, δεν πρόκειται δηλαδή για διαφορετικό καρπό, ούτε για διασταύρωση ροδάκινου με άλλο φρούτο, παρόλο που, όπως θυμάμαι, παλιότερα τα έλεγαν και μηλοροδάκινα, ενώ στα αγγλικά τα λένε και plum peaches, δαμασκηνοροδάκινα. Διαβάζω στο Διαδίκτυο ότι η νεκταρινιά είναι γνωστή στην Ελλάδα από την αρχαιότητα, πράγμα που ασφαλώς δεν ισχύει. Το νεκταρίνι πάντως υπάρχει εδώ και κάμποσους αιώνες. Η λέξη nectarine στα αγγλικά καταγράφεται από το 1616, γλυκό σαν νέκταρ λοιπόν το νεκταρίνι που επομένως στα ελληνικά είναι αντιδάνειο. Στο Φυτολογικό λεξικό του (έκδοση 1914) ο Γεννάδιος αναφέρει την μηλοροδακινέα ανάμεσα στις ποικιλίες της ροδακινιάς, αλλά, όπως είπα και στην αρχή, η εντύπωσή μου είναι ότι στο εμπόριο τα νεκταρίνια εμφανίστηκαν μετά το 1970. Σήμερα η ονομασία «μηλοροδάκινο» έχει υποχωρήσει πολύ, νομίζω. Πάντως, βρίσκω ποίημα του Μαλακάση (δημοσιευμένο στον Νουμά το 1903) που αρχίζει με το εξής τετράστιχο:

Πώς μαραγκιάζουνε τα γιαλιστερά μηλοροδάκινα
σαν πέφτουν κάτ΄ απ΄ τη ροδακινιά,
και να μην έχουν – κρίμα! – για σημάδι απάνω τους
και να μην έχουν μια δαγκαματιά..

Μια και μπήκαμε στην ποίηση, να πω ότι βρίσκω ένα νεανικό ποίημα του Παλαμά, με τίτλο «Αύγουστος».

Μέσ’ από μια ροδακινιά ξανθή
ο Αύγουστος τις χάρες του σκορπίζει
Σαν το χλωρό ροδάκινο μυρίζει
σαν το χλωρό ροδάκινο ανθεί.

Φαίνεται πως αναφέρεται σε ροδάκινο όψιμης ποικιλίας, σαν αυτό της φωτογραφίας  (είναι βέβαια και η αλλαγή του ημερολογίου στη μέση, σχεδόν μισός μήνας). Έχει γράψει για το ροδάκινο και ο Σεφέρης: Κι όμως τ’ αγάλματα λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο στα δυο, σαν το ροδάκινο αλλά και ο Σικελιανός:

ο καλός μου Λόγος
ποτισμένος τη δροσιά,
που ωσά βαρύ ροδάκινο μες στο νερό
αστράφτει όμοια ασημένια σφαίρα,

Βαρύ ροδάκινο, ευωδιαστό, όμοια ασημένια σφαίρα –καλημέρα!

Και βέβαια τι προτιμάτε; Ροδάκινα ή νεκταρίνια;

 

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 99 Σχόλια »

Πατριδωνυμικά επώνυμα

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2026

Εδώ στην Αίγινα όπου παραθερίζω πέρασα χτες έξω από μια επιχείρηση οικοδομικών υλικών που είχε το όνομα Μεθενίτης στην ταμπέλα. Φυσικά, από τα Μέθανα. Θυμάμαι τη γιαγιά μου, που έλεγε «στα Μέθενα», όπως είναι/ήταν η λαϊκή ονομασία. Και βέβαια, το επώνυμο που δηλώνει ότι κάποιος έρχεται από τα Μέθανα είναι λογικό να υπάρχει στα κοντινά του μέρη.

Από τον ιστότοπο της Σκούφιας, όπου μπορείτε να βρείτε τη σχετική συχνότητα επωνύμων στους ιδιοκτήτες τηλεφώνων κάθε περιοχής, βρίσκω ότι πράγματι η δεύτερη συχνότερη περιοχή για το επώνυμο Μεθενίτης είναι η Σουβάλα της Αίγινας.

Ο Μεθενίτης είναι παράδειγμα πατριδωνυμικού επωνύμου, αφού παράγεται από τον τόπο όπου γεννήθηκε/έζησε κάποιος, ο οποίος στη συνέχεια μετοίκησε και εγκαταστάθηκε κάπου αλλού. Στον καινούργιο του τόπο κατοικίας, οι άλλοι, οι ντόπιοι, τον παρονόμασαν «ο Μεθενίτης» και αυτό μετατράπηκε σε επώνυμο.

Ο Μαν. Τριανταφυλλίδης στο βιβλίο του «Τα οικογενειακά μας ονόματα» ονομάζει «εθνικά ή πατριδωνυμικά» αυτή την κατηγορία επωνύμων. Αλλά εντάσσει εδώ, και σωστά, και μια άλλη περίπτωση οικογενειακών ονομάτων, εκείνα που δηλώνουν τον τόπο στον οποίο έζησε και δούλεψε κάποιος πολλά χρόνια, ας πούμε το επώνυμο Αμερικάνος -που δεν δηλώνει κάποιον που γεννήθηκε στην Αμερική αλλά έναν που έφυγε μετανάστης στην Αμερική και ύστερα επέστρεψε στη γενέτειρά του. Τον παλιό καιρό η Κωνσταντινούπολη-Πόλη ήταν μαγνήτης για όσους έψαχναν να κάνουν την τύχη τους, οπότε το επώνυμο Πολίτης μπορεί να δηλώνει τόσο κάποιον που γεννήθηκε στην Πόλη και αργότερα μετεγκαταστάθηκε αλλού όσο και κάποιον που έφυγε για να δουλέψει στην Πόλη και γύρισε αργότερα στον τόπο του (ή πήγε κάπου αλλού).

Τα πατριδωνυμικά μπορούν να αναφέρονται σε χωριό ή κωμόπολη, μπορούν όμως και σε ολόκληρη περιφέρεια. Ένας που θα μετεγκατασταθεί από το Αμάρι στο Ηράκλειο Κρήτης, θα ονομαστεί Αμαριώτης. Ο ίδιος, αν κατέβει στον Πειραιά, δεν θα τον πουν Αμαριώτη αλλά Κρητικό. Αν από τη Λεπενού του Βάλτου πάει κάποιος να ζήσει στο Αγρίνιο, θα τον πουν Λεπενιώτη. Αν πάει στην Κωνσταντινούπολη, Ρουμελιώτη. Είναι θέμα κλίμακας.

Επίσης, η κίνηση γίνεται συνήθως από το μικρό χωριό προς το κεφαλοχώρι, την κωμόπολη και την πόλη, οπότε είναι πολλά τα πατριδωνυμικά που δηλώνουν μικρά μέρη και λιγότερα όσα δηλώνουν μεγάλες πόλεις.

Από τον κατάλογο του Τριανταφυλλίδη ξεσηκώνω μερικά πατριδωνυμικά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Επώνυμα, Ονόματα, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , | 255 Σχόλια »

Βάζετε αλάτι στη σαλάτα;

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2026

Καλοκαίρι ήρθε (από χτες, θα έλεγε κάποιος σχολαστικός) οπότε πρέπει να τρώμε ελαφρά και δροσιστικά -κι έτσι σήμερα το κατάστημα σερβίρει σαλάτα.

Σύμφωνα με το ΛΚΝ, σαλάτα είναι: λαχανικά ωμά ή βρασμένα στα οποία προσθέτουν λάδι, αλάτι, ξίδι ή λεμόνι και τα οποία σερβίρονται ως συμπληρωματικό του κυρίως φαγητού

αλλά και, κατ’ επέκταση:

γενική ονομασία διάφορων ορεκτικών, των οποίων τα υλικά είναι ανακατωμένα με καρυκεύματα, όπως η ταραμοσαλάτα, το τζατζίκι, η μελιτζανοσαλάτα κτλ.

Το Χρηστικό Λεξικό δίνει έναν ορισμό: φαγητό από μείγμα ωμών ή βραστών κομμένων λαχανικών ή/και άλλων συστατικών (όπως κρέας, πουλερικά, ψάρι, θαλασσινά, τυρί, ζυμαρικά ή φρούτα), που σερβίρεται κρύο, με προσθήκη καρυκευμάτων, και συμπληρώνει το βασικό γεύμα

Προσέξτε ότι η σαλάτα της φωτογραφίας, η πιο κοινή χωριάτικη σαλάτα, ξεφεύγει από τον ορισμό του ΛΚΝ, διότι περιέχει τυρί φέτα. Δύσκολο πράγμα οι ορισμοί.

Αν κάποιος ψάχνει να βρει άλλη τρύπα στους ορισμούς των λεξικών, μπορεί να υποστηρίξει ότι υπάρχουν και σαλάτες που τρώγονται ως κύριο πιάτο και όχι απλώς συμπληρωματικά.

Σαλάτες πάντως υπάρχουν αμέτρητες. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από την ταπεινή αγγουροντομάτα, να προχωρήσουμε στην σαλάτα λάχανο-καρότο, στην πράσινη, στη χωριάτικη βέβαια, στον ντάκο που φέρνει το παξιμάδι στο προσκήνιο, την πατατοσαλάτα, την πολίτικη σαλάτα, ενώ τα χόρτα κι αυτά σαλάτα θεωρούνται. Κι έπειτα έχουμε και σαλάτες που συχνά στέκονται σαν κύρια πιάτα, όπως νισουάζ, Σίζαρ ή του Καίσαρα κτλ. Με τον επεκτεταμένο ορισμό έχουμε ακόμα αλοιφές όπως μελιτζανοσαλάτα, τυροσαλάτα, ταραμοσαλάτα, ενώ η ρώσικη σαλάτα (η οποία στη Ρωσία λέγεται σαλάτα Ολιβιέ, επειδή την εμπνεύστηκε το 1860 ο Λυσιέν Ολιβιέ, ο Γάλλος (ή Βέλγος) σεφ του πολυτελέστατου εστιατορίου Ερμιτάζ της Μόσχας, έχουμε γράψει, πατάει και στον βασικό ορισμό και στον επεκτεταμένο). Μια ιδιαίτερη θέση, αφού είναι επιδόρπιο, έχει η φρουτοσαλάτα.

Στο Λουξεμβούργο, όταν πηγαίναμε σε πιτσαρία, συχνά παίρναμε σαλάτα καπρέζε, με ντομάτα, μοτσαρέλα και βασιλικό -για κάποιο λόγο την πρώτη φορά που μας τη σέρβιραν είχε και κάπαρη, και ανοήτως νόμισα ότι το όνομα προέρχεται από την κάπαρη, αλλά αφενός η σαλάτα δεν έχει συνήθως κάπαρη και αφετέρου το όνομα προέρχεται από το Κάπρι. Πέρυσι, σε έναν έξοχο γαστροκαφενέ στη Σύρνα, στην Αρκαδία, μας σέρβιραν μανιάτικη σαλάτα, χωρίς ντομάτα: ελιές, κρεμμύδι, πορτοκάλι.  Σε κάθε χώρα υπάρχουν τοπικές σαλάτες. Σε έναν σαλατοκατάλογο που έφτιαξε ο ιστότοπος tasteatlas, που πρέπει να τον έχουν Έλληνες ή ελληνολάτρες διότι πάντα τα ελληνικά φαγητά βρίσκονται σε καλές θέσεις, καλύτερη σαλάτα στον κόσμο ανακηρύσσεται ο ντάκος, στην 6η θέση βρίσκεται η χωριάτικη σαλάτα, ενώ στην πενηντάδα υπάρχουν επίσης η πατατοσαλάτα (πιο ψηλά μάλιστα από τη γερμανική καρτόφελσαλάτ!), η παντζαροσαλάτα και τα χόρτα.

Αλάτι όμως βάζετε στη σαλάτα; Συνήθως βάζετε, τουλάχιστον στην αγγουροντομάτα ή τη χωριάτικη. Κάποιοι θα έλεγαν, επιβάλλεται, αλλά με μέτρο. Σε ένα διήγημα του Παναγιώτη Κουσαθανά που είχαμε δει παλιότερα, αυτός που φτιάχνει σαλάτα πρέπει να είναι  “ξίγγικος στο ξίδι μπόλικος στο λάδι φρόνιμος στ’ αλάτι και λωλός στο τάραγμα”

Ετυμολογικά όμως δεν πρέπει να βάζετε αλάτι, διότι το πολύ αλάτι βλάπτει, η δε σαλάτα, ετυμολογικά μιλάω πάντα, έχει ήδη αλάτι. Νισάφι πια!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 168 Σχόλια »

Όταν ο Κρέων Κανακάρης συνάντησε τον Γιώργη Ζάρκο

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2026

Ο συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος πέθανε το 1967. Ο τραγουδοποιός Κρέων Κανακάρης γεννήθηκε το 1992, οπότε είναι πρακτικά αδύνατο να έχουν συναντηθεί. Κι όμως, το έργο του δεύτερου συναντά τη ζωή του πρώτου.

Ο Ζάρκος γεννήθηκε το 1902 στην Αμαλιάδα, από εύπορη οικογένεια που αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Έκανε ναυτικός, συνδέθηκε με το αριστερό κίνημα, έγραφε διηγήματα που τα έστελνε σε περιοδικά της εποχής, κυρίως στο φιλολογικό παράρτημα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας.

Τον Ιανουάριο του 1929 το διήγημά του Ανορθογραφίες δημοσιεύτηκε μεν στο παράρτημα της ΜΕΕ αλλά χωρίς το όνομά του, με όνομα συγγραφέα Β.Κ.Μητσοτάκης! Ο πραγματικός συγγραφέας θύμωσε και έστειλε επιστολή στον Κωστή Παλαμά, που ήταν ο υπεύθυνος του φιλολογικού παραρτήματος (ίσως, λέω εγώ, ψιλώ ονόματι) ζητώντας να του επιστραφεί το χειρόγραφο. Ο Παλαμάς δεν απάντησε, οπότε ο Ζάρκος σε νέα επιστολή τον έβρισε και τον απείλησε. Ακολούθησε πολύχρονη διένεξη με τον (ισχυρό τότε) εκδοτικό οίκο «Πυρσός», αποκορύφωμα της οποίας ήταν ότι έσπασε πετώντας πέτρες  τη βιτρίνα του εκδοτικού οίκου, κατ’ επανάληψη.

Έκανε φυλακή γι’ αυτό, όπως και για έναν λίβελο που είχε γράψει εναντίον του αστυνομικού διευθυντή και μετά τον έκλεισαν για 54 μέρες στο Δημόσιο Ψυχιατρείο. Όλη του η ζωή άλλαξε -και σημαδεύτηκε- επειδή ήταν ανυποχώρητος στο να δεχτεί ικανοποίηση για την αδικία που του έγινε, που τη θεώρησε λογοκλοπή.

Την ιστορία αυτή την αφηγείται ο Δημήτρης Υφαντής στο βιβλίο του Αυτός που έσπασε τις βιτρίνες (εκδ. Άγρα), που έχει και κείμενα του Ζάρκου για το ψυχιατρείο. Έργα του Ζάρκου είχε βγάλει παλιότερα ο Κάλβος, πιο πρόσφατα ο Διαμαντής Καράβολας στον Φαρφουλά τους τέσσερις λιβέλους του, που τους έγραφε με φωνητική ορθογραφία (Πος τα κατάφερε ο Ξενόπουλος να γίνι ακαδιμαϊκός, Μια σιμορία κακοπιί με αρχιγό τον Κουτσουμάρι κτλ).

Μια πτυχή που δεν ξέρω να έχει επισημανθεί είναι οι σχέσεις του με το ΚΚΕ. Ο Βάρναλης προλόγισε το βιβλίο του Ζωντανά πτώματα το 1934 αλλά μετά ο Ριζοσπάστης έγραψε αρνητικά για το βιβλίο του Βιτριόλι, οπότε ο Ζάρκος έγραψε έναν λίβελο που ενόχλησε το ΚΚΕ κι έτσι το 1936 στον Ριζοσπάστη διαβάζω να χαρακτηρίζεται «υποκείμενο χαφιέδικο και βαλτό» αλλά και ψυχοπαθής και ανισόρροπος. Πάντως, στην Κατοχή ο Ζάρκος συμμετείχε στον ΕΛΑΣ και έκανε εξόριστος στην Ανάφη.

Θα ξαναγράψω κι άλλοτε για τον Ζάρκο, αλλά τώρα θα περάσω στον Κρέοντα Κανακάρη.

Ο Κανακάρης έβγαλε πρόσφατα έναν δίσκο, που λέγεται Λίβελοι, καντάδες, ζωγραφιές και συναξάρια. Θα πείτε, λίβελους έγραφε ο Ζάρκος, λίβελους γράφει στον δίσκο του ο Κανακάρης, αυτή τη συνάντηση εννοείς;

Όχι μόνο. Ο Κανακάρης αφιέρωσε τραγούδι στον παλιότερο λιβελογράφο, στο οποίο αφηγείται όλη τη ζωή του, ένα τραγούδι ποταμό, με δεκάλεπτη διάρκεια. Του Γιώργη Ζάρκου, λοιπόν

Βάζω και τα λόγια

Φαντάσου δυο προθήκες στιλπνές, μεσοπολεμικές-
του συρμού όλοι εκεί οι πεζογράφοι κι οι ποιητές
δυο βιτρίνες θρύψαλα, λες σε κίνηση αργή
δυο πέτρες, δυο συλλαβές όπως λέμε φυγή,
όπως βράζει το πείσμα, η πίκρα, η δίψα, η οργή.
Έτσι αρχίζει η ιστόρηση του πιο μυστήριου μπάρκου
Με δυο πέτρες απ’ το χέρι του Γιώργη Ζάρκου.

Τι είναι το μπάρκο το ‘μαθε βέβαια από νωρίς
κι είδε λιμάνια και δρόμους κι ανθρώπους κάθε λογής.
Το πόστο του κάτω στη μηχανή, σαν τον Ιωνά-
κι ακούω λόγια, βλαστήμιες κι αστεία νυχτερινά
και βλέπω μια καύτρα αναμμένη στη μέση του πουθενά.
Ήταν της θάλασσας σκληροί οι όροι κι οι κανόνες
ώσπου οι αγωνίες της στεριάς τον κέρδισαν κι οι αγώνες.

Μ’ αν οι κανόνες των ανθρώπων κι οι νόμοι μοιάζουν με συνταγή
και του μαγείρους παίζουν οι διάφοροι διοικητές κι υπουργοί
κι ενώ στήνουν συσσίτια της ντροπής όπου βρουν,
η δικαιοσύνη πιάτο γκουρμέ που για λίγους κρατούν-
κι όσοι ευαίσθητοι γράφουν, στο λαιμό τι τους κάθισε και δε μιλούν;
Εντός του όλο αναφύονταν τέτοια παράξενα άνθη
αντιλογίας, βαθιά πορφυρά, κάθε πέταλο κι αγκάθι.

Βαστάτε τ’ άνθη, όση ώρα εγώ σας το κάνω λιανά:
Αθήνα, αρχές του χίλια εννιακόσια είκοσι εννιά.
Το διήγημά του ψάχνει στην ύλη ενός περιοδικού,
κάποιος Μητσοτάκης ήταν στη ρίζα, κι εδώ, του κακού-
η υπογραφή, δηλαδή, ανθρώπου τελείως φανταστικού!
Ποιος ξέρει τι είχανε στο νου οι άθλιοι λογοκλόποι.
Στιγμή δε χάνει ο φίλος μας, τους παίρνει στο κατόπι!

Μα στους λογοκλόπους κάνανε πλάτες πρόσωπα ισχυρά
κι ο Παλαμάς, σα σφίγγα, ούτε λέξη δεν του ‘παιρνες πια!
Κι αυτός να τροχίζει την τέχνη του σ’ άγριες πολεμικές:
Σα βούηξε ο τόπος, να οι μηνύσεις, να κι οι απειλές,
κάθε λίγο καψόνι και ξύλο κι αναίτιες προσαγωγές.
Μια αξιοπρέπεια του ‘μενε του έρμου καλλιτέχνη-
Η Ελλάδα του “Ιδιώνυμου” ήδη σήπεται και ζέχνει!

Έτσι, ο καλλιτέχνης μας πάει μια μέρα γραμμή στου Μακρή,
του ρίχνει τη μια βιτρίνα κι ύστερα τη διπλανή
κι ίσως μια ακόμα που κόστισε απ’ όλες πιο ακριβά
κι όπου πριν αναπαύονταν φρέσκα και θελκτικά
τόσα ανόητα ρομάντζα, δυο πέτρες όλο νόημα ακουμπά.
Δε ζήταε χάρες μα το δίκιο του και την αλήθεια,
μόνος με όλους κι ούτε που καταδέχτηκε μια βοήθεια.

Μια αλήθεια ανορθόγραφη, όλο νεύρο και πείσμα, η δικιά του λοιπόν,
σα σύνθημα στο ντουβάρι φιλήσυχων πολιτών-
ώσπου μετά από ζυμώσεις δυσώδεις που δεν αντέχω να πω
στις φυλακές του Συγγρού τον στέλνουνε κι έπειτα στον Ωρωπό.
Των κατηγόρων του η λύσσα δεν έπαιρνε ούτε μέρα ρεπό!
Το κλείνουν τέλος στο Δαφνί, εν μέσω ενός φριχτού θεάτρου
κραδαίνοντας τη διάγνωση κάποιου βαλτού αστιάτρου.

Η αυλαία σ’ αυτό το θέατρο θ’ αργούσε να πέσει πολύ.
Στις εκθέσεις τους λέγαν δήθεν για “κατάσταση σχιζοειδή”
ό, τι υπαγόρευε η Ασφάλεια κι η εταιρία “Πυρσός”
Πού ακούστηκε να φορτώνει στο θήραμά του, γραπτώς,
“ιδέες καταδιώξεως” ο ίδιος ο κυνηγός;
Μ’ αυτός, βαθιά μέσα του κράταγε μια καθαρή σελίδα
Κι αν κάναν να τον πατήσουν θα τους καρφωνόταν σαν την ακίδα!

Που λέτε, η σελίδα ‘κείνη έβγαλε δυο βιβλία σωστά
Μήνες τον τρέχαν, με τύπους, σφραγίδες και στοιχεία πλαστά.
Κι είπε για τους δαμαστές ψυχών που συνάντησε εκεί
και τους γιατρούς που εξασκούσαν τέχνη προπάντων φακιρική-
στα σωστά σου να ήσουν, αυτοί θα σε τίναζαν σαν το σακί…
Κι ούτε δείλιασε βέβαια να τα βάλει με το κράτος-
κοντολογίς, δε φαίνονταν μες στο βαρέλι πάτος.

Αν κι έξω νομίμως, το κράτος ακόμη τον κοιτούσε λοξά-
ήρθε μετά και το πραξικόπημα του Μεταξά.
Σύντομα θα παράδερνε, χάριν παραδειγματισμού
στα ξερονήσια του τρίτου ελληνικού πολιτισμού-
Η Ευρώπη βρισκόταν στα πρόθυρα πια του μεγάλου σεισμού:
Κι αν τα χρόνια πλάκωσαν της πείνας και του ζόφου
Του επαναστάτη διάλεξε το δρόμο και του συντρόφου.

Κράταγε ο ζόφος, και σαν απολύθηκε από τύχη, μεμιάς
Γίνεται αντάρτης στη Δεύτερη Μεραρχία του ΕΛΑΣ
Κι ήρθε η Απελευθέρωση, κι ο Δεκέμβρης μετά
Κι η Βάρκιζα κι ο Εμφύλιος κι άλλα τόσα γνωστά
Και του άφησαν πίκρα – εδώ σταματώ, είπα ήδη αρκετά…
Κι έφυγε, σαν από γούστο, λίγες μέρες πριν (Φαντάσου!)
Της χούντας οι ερπύστριες στους δρόμους προελάσουν.

Μα εσύ, φαντάσου δυο προθήκες στιλπνές, μεσοπολεμικές-
Νιρβάνες και Θρύλοι, Ξενόπουλοι κι άλλες φίρμες πολλές.
Κάποιοι απ’ αυτούς χορτάσαν τιμές εν ζωή, σα νεκροί
Κι άλλοι κατάντησαν των δικτατόρων πιστοί αυλικοί
Μα μετά βγήκαν λάδι, γιατί έκρυψαν λέει κάποιον στη Κατοχή…
Καλώς τους χέζουν τα πουλιά λοιπόν σε κάποιο πάρκο!
Χαίρε και πάντα χάλα τους τη μόστρα, Γιώργη Ζάρκο!

Ζόρικη στιχουργική, με θαυμάσιο αισθητικό αποτέλεσμα.

Αξίζει ν΄ακούσετε και τα άλλα τραγούδια του δίσκου. Η πλεϊλίστα είναι εδώ. Εγώ ξεχώρισα το Για τα ΜΑΤ, επειδή μου άρεσαν οι ευρηματικότατες ρίμες σε -ατ (Στήστε ένα γερό συμπόσιο Ξεπουλήστε ό,τι δημόσιο Σε κάθε παραλία υψώστε κι ένα ζιγκουράτ! Στείλτε ΜΑΤ!) αλλά εκτός από καταγγελτικά έχει και πολλά ευαίσθητα ο Κανακάρης.

Θα’λεγε κανείς πως είναι μια νεότερη έκδοση του Βασίλη Νικολαΐδη, μοιάζουν και λιγάκι φυσιογνωμικά. Είναι επίσης παιδί του Μπρασένς, έχει διασκευάσει την Ομπρέλα του, και του Μπορίς Βιάν (έχει διασκευάσει τον Λιποτάκτη). Εδώ κάμποσες διασκευές του.

Δεν έχω αξιωθεί να ακούσω ζωντανά τον Κανακάρη -που αν κατάλαβα καλά δουλεύει στην εκπαίδευση- αλλά έχουμε συζητήσει λίγο διαδικτυακά και μου έλεγε ότι ασχολείται πολύ με τον Κοτζιούλα, μελοποιεί δικά του αλλά γράφει κιόλας γι΄αυτόν -και από τότε πολύ τον συμπάθησα.

Μάλιστα, τελευταία έβγαλε κι έναν δίσκο μαζί με τη Νάντη Χατζηγεωργίου, εκείνη τους στίχους, αυτός τη μουσική, φωνή αμφότεροι, αλλά κυρίως η Νάντη Χ. Πότε κλείνουν οι στοές, λέγεται, και εδώ το ομότιτλο τραγούδι.

Διπλή η παρουσίαση σήμερα, ίσως αδίκησα και τους δύο, αλλά εδώ είμαστε να επανέλθουμε.

Posted in Βιογραφίες, Μεσοπόλεμος, Μουσική, Πεζογραφία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 70 Σχόλια »

Posokanei μεζεδάκια

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2026

Όπου το posokanei είναι βεβαίως ο νέος ιστότοπος της κυβέρνησης που αναμένεται (λέμε τώρα) να καταφέρει καίριο πλήγμα στην ακρίβεια και που ως τώρα κατάφερε να δώσει  λαβή για ατάκες στα σόσιαλ, όπως

Παιδιά αν πιστεύετε ότι το posokanei καταπολεμά την ακρίβεια, τότε μπήκατε σε λάθος πλατφόρμα. Η σωστή είναι το posomalakeseiste ή

Έβγαλαν η ΕΣΗΕΑ σε συνεργασία με το http://gov.gr μια πλατφόρμα για τις τιμές των δημοσιογράφων. Το posapairnei είναι ήδη στον αέρα.

Η ιδέα της πλατφόρμας είναι ότι βλέπεις ποιο σουπερμάρκετ έχει φτηνότερα το κάθε είδος, οπότε μπορείς να προγραμματίσεις τα ψώνια σου. Οπότε δεν θα αργήσουν να διοργανώνονται εκδρομές, ώστε να πέσει το κόστος των μετακινήσεων στα φτηνά σουπερμάρκετ, κάπως έτσι:

* Και συνεχίζω με ένα μεζεδάκι από αθλητική είδηση, που το βρήκα αστείο.

Ο Φαρίντ, λοιπόν, βρέθηκε στους «πράσινους» (με εισαγωγικά, για να μη νομίσουν ότι πήρε μεταγραφή στον πλανήτη Άρη με τα πράσινα ανθρωπάκια) πεσούσης της σεζόν.

Κι έτσι, το «μεσούσης», που αρέσει πολύ στους αθλητικογράφους και το χρησιμοποιούν ανεξαρτήτως γένους και αριθμού, απέκτησε και αδερφάκι.

Ταιριάζει, πάντως, διότι ο Παναθηναϊκός έπεσε μαχόμενος, λέει ο φίλος που το στέλνει.

* Οι αναγνώστες ενός περιοδικού ψήφισαν τα ομορφότερα νησιά της Ευρώπης. Ανάμεσά τους, στη 13η θέση, υπάρχει η μυστηριώδης Κορσίκα, ενώ στη 17η θέση η Φολεγάνδρος. Πρόκειται δε για τα βραβεία readers choise awards.

* Ακόμα και στις πιο τραγικές ειδήσεις θα βρεθεί κάποιος να βάλει έναν άκυρο τίτλο.

Νοσηλεύεται, λέει, η γυναίκα που «δέχθηκε μαχαιριές από τον σύζυγό της και στη συνέχεια αυτοκτόνησε».

Φυσικά, ο σύζυγος αυτοκτόνησε, άρα «από τον σύζυγό της, ο οποίος στη συνέχεια αυτοκτόνησε».

Δυστυχώς, η γυναίκα πέθανε.

Πόσο καλύτερα θα ήταν, όλοι εκείνοι που σφάζουν τις γυναίκες τους και μετά αυτοκτονούν, να το έκαναν αντίστροφα!

* Τίτλος είδησης:

Λιθουανία: Απογείωση ΝΑΤΟϊκων μαχητικών προκάλεσε μπαλόνι καιρού

Ποιος προκάλεσε τι; Η απογείωση προκάλεσε το μπαλόνι; Το κοίταξε προκλητικά; Όχι, το μπαλόνι προκάλεσε την απογείωση.

Στην ιδιόλεκτο των υλατζήδων, η συνήθης σειρά των όρων της πρότασης αντιστρέφεται. Κι έτσι πρέπει να διαβάζει κανείς δυο φορές τον κάθε τίτλο.

* Αυτό είναι από βιβλίο, από το «Οι αδελφές Μακιόκα» του Τζουνίτσιρο Τανιζάκι.

Όπως λέει ο εκλεκτός φίλος που το ψάρεψε, ελάχιστοι μεταφραστές ξέρουν να ξεχωρίσουν τους Λευκορώσους, τους κατοίκους της Λευκορωσίας, από τους Λευκούς Ρώσους, δηλαδή τους αντιμπολσεβίκους εμιγκρέδες που κατέφυγαν σε διάφορες χώρες (εδώ, στην Ιαπωνία) μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και τον εμφύλιο στην ΕΣΣΔ.

Στη σχετική συζήτηση στο Τουίτερ, άλλος σχολιαστής έστειλε μια φωτογραφία από άλλο βιβλίο, τη Διαγώνιο Αλιέχιν (που πρέπει να το διαβάσω κάποτε), όπου πάλι γίνεται λόγος για «τη ζωή των Λευκορώσων» εννοώντας τους Λευκούς Ρώσους.

Αλλά και το ChatGPT, όταν το ρώτησα σε ποιο μυθιστόρημα του Τανιζάκι υπάρχουν ήρωες με το όνομα Κιριλένκο, μου απάντησε ότι είναι «μια οικογένεια Λευκορώσων προσφύγων». Και μετά βέβαια «Έχεις απόλυτο δίκιο — Λευκοί Ρώσοι, όχι Λευκορώσοι. Το έγραψα λάθος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νόμος του Μέφρι | Με ετικέτα: , , , | 195 Σχόλια »

Δημοσκοπήσεις, σφυγμομετρήσεις, γκάλοπ (από την ΕφΣυν)

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2026

Αναδημοσιεύω σήμερα το προχτεσινό άρθρο μου στην Εφημερίδα των Συντακτών, στην τακτική εβδομαδιαία στήλη μου «Μέσα από τις λέξεις». 

Το υλικό είναι αντλημένο από παλιό άρθρο του 2012, αλλά έχω προσθέσει κάποια «γλωσσικοληξιαρχικά». 

Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο είναι από την ηλέκδοση της εφημερίδας. 

Δημοσκοπήσεις, σφυγμομετρήσεις, γκάλοπ

Παρόλο που μένει ένας ολόκληρος χρόνος για την εξάντληση της τετραετίας, έχουμε μπει ατύπως σε προεκλογική περίοδο, ίσως και εξαιτίας της εμφάνισης νέων κομμάτων. Δίνουν και παίρνουν οι δημοσκοπήσεις, οπότε σήμερα θα σχολιάσουμε τις λέξεις του τίτλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ετυμολογικά, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 66 Σχόλια »

Η γυναίκα είναι ζημιά και η ΑΙ

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2026

Τις προάλλες, σε κάποιο σχόλιο ένας φίλος έβαλε ένα παλιό ελαφρό αλλά και αρχοντορεμπετίζον, επιθεωρησιακό τραγούδι του 1950: Η γυναίκα είναι ζημιά, του Θ. Παπαδόπουλου σε στίχους Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου, με τον Φώτη Πολυμέρη.

Το τραγούδι αυτό έχει δύο τετράστιχα κουπλέ όπου ο τραγουδιστής διεκτραγωδεί τα βάσανα που πέρασε με διάφορες γυναίκες, διότι ως γνωστόν αυτές φταίνε για όλα. Τα απομονώνω:

Για κάποια Μπέττυ πρωτοβγήκα πιτσιρίκος στο κουρμπέτι
για κάποια Νίνα ένα βράδυ πήρα είκοσι κινίνα
για κάποια Ρόζα ξεφτιλίστηκα Σταδίου Σανταρόζα
και για μια Νίκη περπατούσα τρεις χρονιές με δεκανίκι

Για κάποια Στέλλα μου τη στήσανε μια νύχτα στη Καστέλλα
για κάποια Ρήνα την εδάγκωσα τρελά τη λαμαρίνα
για μια Μιράντα εξηλώθηκα παιδιά μέχρι τιράντα
και για μια Ρέα φεύγω τώρα εθελοντής για την Κορέα

Την Κυριακή που είχα πάει να περπατήσω στον  Υμηττό (όχι ψηλά, παρυφές) μου κόλλησε το τραγούδι και σκέφτηκα ότι θα είχε γούστο να το επεκτείνω, δηλ. να προσθέσω και άλλα γυναικεία ονόματα, και άλλα παθήματα. Πράγματι, σκάρωσα πεντέξι στιχάκια.

Γυρίζοντας σπίτι, είπα να δοκιμάσω τον φίλο μας τον ChatGPT. Του ανέθεσα το έργο να σκαρώσει στιχάκια πάνω στο  πατρόν του τραγουδιού του Πολυμέρη, αλλά τα θαλάσσωσε: έβαλε λέξεις που δεν υπάρχουν, οι περισσότερες ρίμες του ήταν για κρέμασμα ή οι στίχοι δεν έβγαζαν νόημα.

Μου έδωσε πάντως καναδυό καλές ιδέες κι έτσι σκάρωσα πέντε τετράστιχα δικά μου:

Για κάποια Βάσω, καταστράφηκα και έμεινα στον άσο
για κάποια Κούλα, δε μ’απόμεινε δεκάρα στη σακούλα
για κάποια Σόνια, καλοδέχτηκα τα πιο σκληρά καψόνια
και για μια Όλγα, εκατέβασα το Νείλο και τον Βόλγα

Για κάποια Ρίτσα, με ξεγράψαν όλα τ’ άλλα τα κορίτσια
για κάποια Θάλεια, εκατάντησα στα μαύρα μου τα χάλια
για κάποια Βούλα, σταμπαρίστηκα κορόιδο με τη βούλα
και για μια Μάρω, παραλίγο ν’ αντικρίσω και το Χάρο,

Για κάποια Ζίνα, τα χιλιάρικα τα ξόδεψα ντουζίνα,
για κάποια Βίλλυ, με ξεχάσανε οι συγγενείς κι οι φίλοι,
για μια Μαρία, καταπιάστηκα με δώδεκα θηρία
και για μια Σία, έχω χάσει μια μικρή περιουσία.

Για κάποια Ξένια, μου ασπρίσαν τα μαλλιά μου και τα γένια,
για μιαν Ελένη(ν), αποστήθισα τα Άπαντα του Λένιν
για κάποια Ντέπη, δεν μου έμειν’ ούτε τάλιρο στην τσέπη,
και για μια Λία με απέλασαν από την Ιταλία.

Για κάποια Νταίζη, η παλιά μου γειτονιά με περιπαίζει
για μια Σοφία, με κυνήγησ’ η Καμόρα κι η Μαφία
για κάποια Τάνια, παραλίγο να φορέσω και φουστάνια
και για μια Λούση, αναγκάστηκα να κόψω και το μούσι

Τα γυναικεία ονόματα και χαϊδευτικά είναι αμέτρητα, οπότε μπορείτε κι εσείς να δοκιμάσετε την τύχη σας στα σχόλια. Βέβαια, υπάρχει περιορισμός, ότι το γυναικείο όνομα πρέπει να είναι δισύλλαβο ή τρισύλλαβο και παροξύτονο, να τονίζεται στην παραλήγουσα. Με ονόματα οξύτονα, που τονίζονται στη λήγουσα, χαλάει το μέτρο αν και οριακά μπορεί να ταιριαστεί στιχάκι. Τα τετρασύλλαβα και πάνω επίσης δύσκολα βολεύονται, οπότε η Δηιδάμεια θα μείνει εκτός.

Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ, αλλά ίσως έχει ενδιαφέρον να δούμε τις προσπάθειες της ΑΙ.

Το ChatGPT έδωσε αρχικά το εξής:

Βεβαίως — στο ίδιο κωμικό μοτίβο, με γυναικεία ονόματα και ρίμες-μπελάδες:

Για κάποια Λίτσα ξενυχτούσα και κοιμόμουν στα σανίτσα
για κάποια Μάρω μ’ έπιασε στον Πειραιά βαρύ καπάρω
για κάποια Τούλα με κυνήγαγαν τρεις μάγκες στη Βατούλα
και για μια Λόλα μου ’φυγε η καρδιά απ’ την καραμπόλα

Για κάποια Άννα μπήκα μέσα για καβγά στην Κοκκινιάνα
για κάποια Πόπη μ’ έγραψαν για φασαρία στην Ευρώπη
για κάποια Δάφνη πήγα σπίτι μου μισός και δίχως σάγμα
και για μια Έλλη έτρωγα μήνες φασολάδα με τ’ αγγέλι

Για κάποια Βάσω μ’ έπιασε βροχή και κόλλησα στον άσο
για κάποια Κική με βάλανε να κουβαλώ μισό μπακίρι
για κάποια Θάλεια έχασα και το σακάκι και τα χάλια
και για μια Μαίρη μ’ έστειλαν για διακοπές στο καλοκαίρι

Για κάποια Ζωή πήρα στραβά την κατηφόρα στη στροφή
για κάποια Κλάρα μου ’σπασε η τύχη σαν παλιό τσιγάρα
για κάποια Φρόσω μ’ έπιασαν να τραγουδώ δίχως να νιώσω
και για μια Λούλα γύρισα ξυπόλυτος απ’ την Πρεβούλα

Κατά σύμπτωση, ο φίλος Κώστας Κουτσουρέλης τις τελευταίες μέρες ασχολείται εντατικά με τις μεταφραστικές και στιχουργικές επιδόσεις της ΑΙ και σε μια ανάρτησή του υποστήριζε ότι ενώ στις μεταφράσεις της Οδύσσειας η ΑΙ δίνει ευπρόσωπη μετάφραση, που δύσκολα ξεχωρίζει από του ανθρώπου, στη στιχουργική, στην έμμετρη ποίηση, τα κάνει μούσκεμα.

Η πρώτη προσπάθεια του ChatGPT δικαιώνει τον Κουτσουρέλη.

Είχα όμως την ιδέα να επισημάνω στο μηχανάκι τα λάθη του. Του έγραψα:

Επανέρχομαι στους στίχους που έφτιαξες. Σε πολλούς στίχους χρησιμοποιείς ανύπαρκτες λέξεις (πχ σανίτσα, Κοκκινιάνα, αγγέλι) ή όχι ομοιοκαταληξία (Δάφνη-σάγμα) ή η φράση δεν βγάζει νόημα (μου’σπασε η τύχη σαν παλιό τσιγάρα)

Το μηχανάκι αμέσως παραδέχτηκε τ’ασυγχώρητα τα λάθη τα μεγάλα του και έδωσε διορθωμένα δείγματα. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι, χωρίς άλλη παραίνεση ή νουθεσία δική μου, βάλθηκε να εξετάζει κριτικά κάθε του νέα προσπάθεια και να τη διορθώνει. Αυτό το βρίσκω ενδιαφέρον. Δείτε κι εσείς τι μου απάντησε:

Έχεις απόλυτο δίκιο. Οι στίχοι που σου έδωσα ήταν βιαστικοί και σε αρκετά σημεία δεν στέκουν: έβαλα ψευτολέξεις για να βγει η ρίμα, μερικές ρίμες δεν είναι ρίμες, και κάποιες εικόνες είναι ασύντακτες ή άνευ νοήματος. Πάμε πιο προσεγμένα, με υπαρκτές λέξεις και καθαρή ομοιοκαταληξία:

Για κάποια Λίτσα μ’ έπιασαν μες στην αυλή να κάνω πλίτσα
για κάποια Μάρω ξενυχτούσα στα μπουζούκια με τσιγάρο
για κάποια Τούλα μ’ έσερναν τρεις μάγκες κάτω στην πλατεία
και για μια Λόλα τράκαρα νυχτιάτικα μες στην καρόλα

Χμ — ακόμα κι εδώ το «πλίτσα» και «καρόλα» δεν είναι καλά. Το σωστό είναι να μην πιέσω το πράγμα με κάθε όνομα. Καλύτερα να διαλέγω ονόματα που δίνουν φυσικές ρίμες:

Για κάποια Έλλη ξημερώθηκα μονάχος στο καρτέρι
για κάποια Νόρα μ’ έπιασε καβγάς μεγάλη ώρα
για κάποια Λένα έμεινα χωρίς δεκάρα και με πείνα
και για μια Μάρθα μ’ έτρεχαν στο τμήμα με μια κάρτα

Για κάποια Βάσω μ’ έπιασαν να κλέβω απ’ τον μπακάλη πράσο
για κάποια Γιώτα μου φορέσανε στο ξύλο μαύρη μπότα
για κάποια Πόπη έφαγα πρόστιμο γιατί δεν είχα κόπι
και για μια Ρένα έχασα και το ρολόι και τη χτένα

Αλλά και πάλι, το «κόπι» είναι ξενικό/άβολο. Άρα η δική σου παρατήρηση δείχνει το βασικό: για να πετύχει το ύφος του πρωτοτύπου, πρέπει η ρίμα να είναι και φυσική και αστεία, όχι απλώς να μοιάζει ηχητικά.

Καλύτερη εκδοχή:

Για κάποια Μάρω πρωτομπλέχτηκα σε καβγά με κουμπάρο
για κάποια Λένα μ’ άφησαν χωρίς μπουφάν και δίχως φρένα
για κάποια Πόπη μ’ έπιασε ο χωροφύλακας στην Ομόνοια τόπι
και για μια Ρίτα γύρισα μισός από μια άγρια πίτα

Δεν είμαι ικανοποιημένος ούτε μ’ αυτό: το πρωτότυπο είναι πιο μαστορικό απ’ όσο φαίνεται. Θέλει ρίμες τύπου Στέλλα-Καστέλλα, Νίνα-κινίνα, Ρέα-Κορέα, δηλαδή ακριβές και αβίαστες.

Να μια πιο καθαρή προσπάθεια, με λιγότερο ζόρι:

Για κάποια Έλλη ξαγρυπνούσα κάθε νύχτα στο καρτέρι
για κάποια Λίνα με πλακώσανε στο ξύλο στη Ραφήνα
για κάποια Μάγια πήγα κι έμπλεξα με μάγκες στην πλατεία
και για μια Λόλα μ’ έπιασε στη στροφή μια καραμπόλα

Για κάποια Νόρα μ’ έψαχνε η μαμά μου τέτοια ώρα
για κάποια Βέρα μ’ έτρεχαν στο τμήμα κάθε μέρα
για κάποια Ντιάνα ξενυχτούσα και με πιάσαν στην αλάνα
και για μια Κάτια μού ’σπασαν στον καβγά δυο-τρία δόντια

Εδώ η πρώτη στροφή στέκει καλύτερα· η δεύτερη έχει πάλι αδύναμα σημεία, ιδίως Κάτια-δόντια.

Άρα, αντί να συνεχίσω να μπαλώνω, σου δίνω μια διορθωμένη και αυστηρότερη εκδοχή με ονόματα που επιτρέπουν πραγματική ρίμα:

Για κάποια Λίνα μ’ έσπασαν στο ξύλο κάτω στη Ραφήνα
για κάποια Μάρω κοιμήθηκα τρεις νύχτες σ’ ένα φάρο
για κάποια Βέρα με τραβούσαν στα κρατητήρια κάθε μέρα
και για μια Λόλα τσακίστηκα στη στροφή με την καρότσα όλα

Ο τελευταίος πάλι δεν είναι καλός. Σταματώ εδώ το μπαλώμα: η σωστή απάντηση είναι ότι οι πρώτοι στίχοι μου ήθελαν ριζική ξαναγραφή, όχι μικρές διορθώσεις.

Μια πιο πετυχημένη τετράδα θα ήταν:

Για κάποια Λίνα μ’ έδειραν δυο ναύτες στη Ραφήνα
για κάποια Μάρω κοιμήθηκα μπατίρης σ’ ένα φάρο
για κάποια Βέρα μ’ είχανε στα σίδερα μια μέρα
και για μια Λόλα μ’ έστειλαν σηκωτό στην καραμπόλα

Αυτή τουλάχιστον έχει υπαρκτές λέξεις, νόημα και ρίμες που στέκουν: Λίνα-Ραφήνα, Μάρω-φάρο, Βέρα-μέρα, Λόλα-καραμπόλα.

Πράγματι, έτσι είναι, αν και μετρικά οι στίχοι δεν είναι άψογοι, ενώ ο τελευταίος στίχος δεν βγάζει και πολύ νόημα.

Πιστώνω στο μηχανάκι ότι κατάλαβε, χωρίς υπόδειξη, πως το πρωτότυπο έχει πλούσιες ρίμες (τις λέει «ακριβές»): Νίνα-κινίνα, Στέλλα-Καστέλα, Νίκη-δεκανίκι, Μιράντα-τιράντα (μια ρίμα διάσημη στη φιλολογική μας ιστορία, όπως έχουμε γράψει). Η πλούσια ρίμα δίνει αισθητική ικανοποίηση, και είναι απαραίτητη ιδίως σε τέτοια στιχουργήματα που δεν έχουν και πολύ βάθος.  Ο Σακελλάριος στο πρωτότυπο πρόσεξε πολύ, πχ έχει Νίκη-δεκανίκι και όχι Βίκη-δεκανίκι. Βέβαια, δεν γίνεται όλες οι ρίμες να είναι τόσο πλούσιες. Και οι Μάρω-φάρο, Βέρα-μέρα μια χαρά είναι.

Όσοι έχουν κέφι, μπορούν στα σχόλια να δώσουν κι άλλα γυναικεία ονόματα και αντίστοιχα παθήματα.

Και για να είμαστε και δίκαιοι, θα μπορούσαμε να βάλουμε και αντρικά ονόματα:

Για κάποιον Γιάννη, το καλύτερό μου πέταξα φουστάνι
για κάποιον Πέτρο, έχω χάσει στη ζωή μου κάθε μέτρο
για τον Λευτέρη, έχω κάψει το παλιό μου τεφτέρι,
και για τον Κούλη, ψηφαλάκια έχω ρίξει στο σακούλι.

Υπάρχει χειρότερο πάθημα;

 

Posted in Ευτράπελα, Ομοιοκαταληξία, Στιχουργική, Τραγούδια, Τεχνητή νοημοσύνη | Με ετικέτα: , , , | 207 Σχόλια »

Η ελληνική γλώσσα και οι υπερβολές

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2026

Στις 9 Ιουνίου δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών άρθρο του κ. Κωστή Καζαμιάκη με τίτλο «Το ελληνικό αλφάβητο είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου«. Ο κ. Καζαμιάκης είναι αρχιτέκτονας με έφεση στη μελέτη της αρχαίας γραμματείας και έχει δώσει πάνω από δέκα συνεργασίες στην εφημερίδα τα τελευταία χρόνια.

Επειδή έκρινα ότι το άρθρο περιείχε κάποιες ανακρίβειες και υπερβολές, έστειλα ένα απαντητικό άρθρο, που δημοσιεύτηκε προχτές, επίσης στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας. 

Θα αναδημοσιεύσω εδώ πρώτα το άρθρο του κ. Καζαμιάκη και μετά το δικό μου. Στο τέλος προσθέτω κάποια ακόμα στοιχεία.

Το ελληνικό αλφάβητο είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου

Η γλώσσα του Ομήρου, του Ησιόδου, της Σαπφούς, του Ηρακλείτου, του Σωκράτη, του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, του Επικούρου, του Βιτσέντζου Κορνάρου, του Διονυσίου Σολωμού, του Καβάφη, του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Ελύτη, του Αξελού, του Καστοριάδη, του Γραμματικάκη, του Σαββόπουλου.. Αυτή η πανίσχυρη γλώσσα.

-Η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας εορτάζεται ετησίως στις 9 Φεβρουαρίου , ημέρα θανάτου του Διονυσίου Σολωμού, του εθνικού ποιητή της Ελλάδας.

-Κικέρων: Ει θεοί διαλέγονται, την των Ελλήνων γλώττη χρώνται.

-Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις, Βυζαντινός αυτοκράτορας  (1221-1258): Απασών γλωσσών το ελληνικόν υπέρκειται γένος.

-Γαλιλαίος: Η μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου είναι το ελληνικό αλφάβητο.
-Βόλφγκανγκ Γκαίτε: Άκουσα στον Άγιο Πέτρο της Ρώµης το Ευαγγέλιο σε όλες τις γλώσσες. Η Ελληνική αντηχούσε σαν άστρο λαµπερό µέσα στη νύχτα.

-Thomas B. Macaulay: Η ελληνική γλώσσα είναι πιο πλούσια σε φιλοσοφικούς όρους και ποιητικές φράσεις από τα Αγγλικά, τα Γαλλικά και τα Λατινικά μαζί. Έχω εντρυφήσει στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Θεόκριτο.. από μικρός, και θαυμάζω ολοένα και περισσότερο τη δύναμη αυτής της πανίσχυρης γλώσσας που είναι, πέρα από κάθε σύγκριση, το καλύτερο μέσο που ανακαλύφθηκε ποτέ τόσο για σκέψη όσο και για έκφραση.

-Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν: Τα όρια ενός ανθρώπου καθορίζονται από τα όρια της γλώσσας του.

-Εζρα Πάουντ: Αν κάποιος ξέρει καλά Ελληνικά, μπορεί να ανακαλύψει ολόκληρη την ποίηση διαβάζοντας Όμηρο.

-Werner Heisenberg. Γερμανός φυσικός  (1901-1976).

Απόσπασμα από την ομιλία του κατά τη βράβευσή του από το ΕΜΠ το 1966.

Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη και το εννοιολογικό περιεχόμενο.

-Ι.Θ. Κακριδής, ..κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα, με τα ίδια ιδανικά, τον ίδιο χαραχτήρα και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα αρχαία χρόνια..

-Οδυσσέας Ελύτης. Στην ομιλία του στην απονομή του Νόμπελ: Δεν πρέπει να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα.

-Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί: Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

Η ελληνική γλώσσα είναι μέγιστη αξία. Η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει να χαθεί, καθώς διαθέτει δυναμική στη γέννηση, στην εμφάνιση, στην έκφραση , στη σύνθεση, στο λεξιλόγιο, στις κλίσεις.. Έχει και τον πλούτο της «προίκας» που απέκτησε στη διαδρομή της. Δεν κινδυνεύει παρά το γεγονός ότι κατακλύζεται από ξένες λέξεις που έρχονται και θα έρχονται. Τις κρατάμε μόνο αν είναι χρήσιμες στο μέτρο που εμπλουτίζουν κάποιες νεώτερες σημασίες της ψηφιακής εποχής. Χιλιάδες ξένες λέξεις είναι ελληνογενείς, έχουν πλαστεί από ξένους, αλλά βασίζονται στα ελληνικά. Πρόκειται, για φαινόμενο μοναδικό διεθνώς, καθώς η ελληνική είναι ζωντανή και ομιλείται αδιάλειπτα εδώ και τέσσερις χιλιετίες, κάτι που δεν συμβαίνει με καμία άλλη γλώσσα. Είναι ένα επίτευγμα φιλοσοφικό, καλλιτεχνικό, επιστημονικό, εθνικό, διπλωματικό..

Ο ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός του γραπτού λόγου. Χάρη στην επινόησή του αλφάβητου κατέστη δυνατό να αποτυπωθούν, να διατηρηθούν και να διαδοθούν τα ελληνικά κείμενα, η σκέψη, ο πολιτισμός, η φιλοσοφία, το θέατρο, η επιστήμη, o αθλητισμός αλλά και τα επιτεύγματα της τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της τεχνολογίας. Το ελληνικό αλφάβητο αποτέλεσε το θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού στηρίζοντας και εμπνέοντας το λατινικό, το σλαβικό και το γερμανικό αλφάβητο.
Γλώσσα και φιλοσοφία. Η λέξη εντελέχεια, αποτελεί απόδειξη ότι η ελληνική γλώσσα έχει πλήρη και ουσιαστική αντιστοιχία ανάμεσα στην ίδια την λέξη και στην έννοια της. Αυτός ο όρος δημιουργήθηκε από τον Αριστοτέλη από τις δύο λέξεις εντελές + έχειν άρα εντελεχής είναι ο έχων το «τέλος», τον σκοπό εντός του, συνεπώς ο πλήρης, ο τελειωθείς, ο ολοκληρωμένος.

Ενέργεια: ἐνέργεια, ἡ, δραστηριότητα, δράση, πράξη, ενέργεια. Λέξη του Αριστοτέλη.

*Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
** Στους αγαπημένους: Ιωάννα-Μαρίνα, Ειρήνη, Κωνσταντίνο, Μπάμπη, Νίκο.

Η δική μου απάντηση:

Η ελληνική γλώσσα και οι υπερβολές

Στη διαδικτυακή έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών δημοσιεύτηκε στις 9 Ιουνίου ένα άρθρο του κ. Κωστή Καζαμιάκη με τίτλο «Το ελληνικό αλφάβητο είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου».

Ενώ συμφωνώ με ορισμένες απόψεις του συντάκτη, όπως ότι η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει από τα ξένα δάνεια, βρίσκω ορισμένες υπερβολές και ανακρίβειες στο άρθρο, τις οποίες θα ήθελα να επισημάνω στο πλαίσιο ενός εποικοδομητικού διαλόγου.

Καταρχάς, ανάμεσα στα αποφθέγματα για την ελληνική γλώσσα, που παραθέτει ο κ. Καζαμιάκης στην αρχή του άρθρου του, υπάρχουν ορισμένα που δεν έχουν ειπωθεί έτσι.

Δεν υπάρχει στο έργο του Κικέρωνα το απόφθεγμα «Ει θεοί διαλέγονται, την των Ελλήνων γλώττη χρώνται», είτε στα ελληνικά είτε στα λατινικά. Το πιο κοντινό που έχει γράψει ο Κικέρων σχετικά, στο έργο του Brutus, 31.120f είναι Quis enim uberior in dicendo Platone? Iovem sic aiunt philosophi, si Graece loquatur, loqui δηλαδή «Γιατί ποιος είναι πιο πλούσιος και πληθωρικός στον λόγο από τον Πλάτωνα; Οι φιλόσοφοι λένε πως, αν ο Δίας μιλούσε ελληνικά, έτσι θα μιλούσε». Κάτι παρόμοιο αναφέρει ο Πλούταρχος στον Βίο Κικέρωνος: «πολλὰ δ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀπομνημονεύουσιν, οἷον [. . .] περὶ τῶν Πλάτωνος διαλόγων, ὡς τοῦ Διός, εἰ λόγῳ χρῆσθαι πέφυκεν, οὕτως ⟨ἂν⟩ διαλεγομένου» δηλαδή «Πολλά λόγια του τα θυμούνται και τα αναφέρουν, όπως, για παράδειγμα, το εξής […] σχετικά με τους διαλόγους του Πλάτωνα: ότι, αν ο Δίας είχε από τη φύση του την ικανότητα να μιλά, έτσι ακριβώς θα συνομιλούσε».

Επομένως, η άποψη του Κικέρωνα είναι ότι αν ο Δίας μιλούσε, θα μιλούσε όπως ο Πλάτωνας· ύμνος στην καλλιέπεια του Πλάτωνα είναι.

Προβληματικό είναι και το ρητό που αποδίδεται στον Γαλιλαίο, ότι δήθεν έγραψε «Η μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου είναι το ελληνικό αλφάβητο». Στην πραγματικότητα, ο Γαλιλαίος, στο έργο του Dialogo sopra i due massimi sistemi, εκθειάζει την επινόηση της γραφής από τον άνθρωπο. Γράφει: «con i vari accozzamenti di venti caratteruzzi sopra una carta. Sia questo il sigillo di tutte le ammirande invenzioni umane», δηλαδή: «συνδυάζοντας ποικιλοτρόπως είκοσι γραμματάκια πάνω σε ένα χαρτί. Ας είναι αυτό το επιστέγασμα όλων των θαυμαστών ανθρώπινων επινοήσεων».

Ο Γαλιλαίος λοιπόν δεν μιλάει για το ελληνικό αλφάβητο παρά για την επινόηση της γραφής και του αλφαβήτου γενικώς!

Ενώ ισχύει αυτό που γράφει ο κ. Καζαμιάκης, ότι δηλαδή το ελληνικό αλφάβητο ενέπνευσε το λατινικό, το κυριλλικό και το γοτθικό αλφάβητο, στο άρθρο αποσιωπάται ότι και το ελληνικό αλφάβητο προέρχεται από το φοινικικό, όπως δέχονται όλοι οι γλωσσολόγοι και όπως και οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν. Η φοινικική προέλευση φαίνεται και από τις ονομασίες των γραμμάτων: το άλφα δεν θα πει τίποτα στα ελληνικά, ούτε το βήτα, ούτε το γάμμα, ούτε το δέλτα -ενώ άλεφ σημαίνει βόδι, μπετ σημαίνει σπίτι, γκίμελ σημαίνει καμήλα και ντάλετ σημαίνει πόρτα- και, επιπλέον, η μορφή των γραμμάτων θυμίζει, λίγο ή πολύ, τα αντίστοιχα αντικείμενα, για παράδειγμα το σύμβολο του άλεφ παραπέμπει όντως σε κεφάλι βοδιού.

Στην κατακλείδα του άρθρου του ο κ. Καζαμιάκης υποστηρίζει ότι «η ελληνική γλώσσα έχει πλήρη και ουσιαστική αντιστοιχία ανάμεσα στην ίδια την λέξη και στην έννοια της». Η άποψη αυτή φαίνεται να αντιβαίνει στη βασική αρχή της γλωσσολογίας, που διατύπωσε ο de Saussure, την «αυθαιρεσία του γλωσσικού σημείου».  Δεν υπάρχει καμιά φυσική και αιτιολογημένη σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο, δηλ. δεν υπάρχει κάποιος εγγενής λόγος που π.χ. το νόστιμο κόκκινο φρούτο το λέμε μήλο· η σχέση είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής σύμβασης. Το παράδειγμα της σύνθετης λέξης «εντελέχεια» που φέρνει ο κ. Καζαμιάκης, δείχνει απλώς ότι οι σύνθετες λέξεις αναλύονται στα συστατικά τους στοιχεία, και ότι οι σύνθετες λέξεις έχουν ετυμολογική διαφάνεια. Αλλά αυτό ισχύει για όλες τις γλώσσες!

Η ελληνική γλώσσα είναι πράγματι πολύ όμορφη και πολύ ενδιαφέρουσα γλώσσα με μακρότατη ιστορία· δεν έχει ανάγκη ούτε από κατασκευασμένα ρητά ούτε από αντιεπιστημονικά επιχειρήματα. Η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσαμε να της κάνουμε θα ήταν να τη μελετάμε με επιστημοσύνη και να τη χρησιμοποιούμε με καλαισθησία, ακρίβεια και φαντασία. Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν.

Νίκος Σαραντάκος

Στο παραπάνω άρθρο δεν έθιξα όλα τα σημεία του άρθρου του κ. Καζαμιάκη που αξίζουν σχολιασμό και αντίκρουση, διότι ήθελα η απάντησή μου να έχει περίπου την ίδια έκταση με το αρχικό άρθρο. Στα σχόλιά σας μπορείτε να σχολιάσετε και άλλα σημεία του άρθρου του. 

Ωστόσο, θα ήθελα να αναδείξω ένα συγκεκριμένο θέμα, που μας έχει απασχολήσει κι άλλες φορές. Βλέπετε, ανάμεσα στα αποφθέγματα που παραθέτει ο κ. Καζ. στο άρθρο του, υπάρχει και για το απόφθεγμα του Χάιζενμπεργκ «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη και το εννοιολογικό περιεχόμενο». 

Σύμφωνα με τον κ. Καζαμιάκη, ο Χάιζενμπεργκ το είπε αυτό στην ομιλία που έδωσε όταν βραβεύτηκε από το ΕΜΠ το 1966. Το περίεργο είναι ότι, ενώ υπάρχουν οπτικά τεκμήρια της βράβευσης του Γερμανού νομπελίστα (εδώ στα επίκαιρα, μετά το 7.12), ελάχιστα βρήκα στις εφημερίδες της εποχής -και πουθενά δεν βρήκα ίχνος της ομιλίας του. 

Αλλά το ίδιο ακριβώς απόφθεγμα του Χάιζενμπεργκ το παραθέτει συχνά και ο κ. Μπαμπινιώτης και μάλιστα το αναδημοσιεύει στην πίσω όψη του εξωφύλλου του μεγάλου λεξικού του. Ακριβώς το ίδιο, αλλά με διαφορετική παραπομπή: Αυτοβιογραφία. 

Τη ρήση ή μηρήση του Χάιζενμπεργκ την έχουμε συζητήσει ξανά στο ιστολόγιο. Ο φίλος μας ο Σπιριντιόνε είχε δώσει λινκ προς την αγγλική μετάφραση της αυτοβιογραφίας του Χάιζενμπεργκ (με δυνατότητα αναζήτησης), όπου δεν υπάρχει κανένα σχετικό απόσπασμα. Επίσης, όλα δείχνουν ότι η αρχική αναφορά βρίσκεται σε άρθρο του κ. Μπαμπινιώτη από το 1990. 

Και σε παλαιότερο άρθρο είχαμε ασχοληθεί και, όπως είχε γράψει ο φίλος Κώστας, είχαμε διαπιστώσει ότι η συγκεκριμένη ρήση/μηρήση για την ελληνική γλώσσα εντοπίζεται μόνο σε ελληνικούς ιστότοπους, κάτι που την καθιστά ύποπτη. 

Βέβαια, ο Χάιζενμπεργκ ήταν φίλος της ελληνικής βασιλικής οικογένειας και είχε αλληλογραφία με την Φρειδερίκη σε θέματα Φυσικής, οπότε δεν αποκλείεται να έχει πει κάτι σχετικό, έστω και ως φιλοφρόνηση. (Για παράδειγμα, στην Ακρόπολι, 4.7.1971, υπάρχει επιστολή του Β. Χάιζενμπεργκ γεμάτη ύμνους για το βιβλίο «Μέτρον  κατανοήσεως» της Φρειδερίκης)

Όλα αυτά τα γράφω μήπως και βρεθεί κάποια άκρη ως προς τη ρήση/μηρήση του Χάιζενμπεργκ, κάποια πρωτογενής τεκμηρίωση. Βέβαια, επειδή είναι αδύνατον να αποδειχτεί ότι κάποιος δεν είπε κάτι, κατά πάσα πιθανότητα η οριστική απάντηση θα μείνει, πολύ ταιριαστά για τον Χάιζενμπεργκ, απροσδιόριστη!

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , , | 106 Σχόλια »

Θορυβομανία και Δ.Π. (δύο του Ιξίωνος)

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2026

Κάθε δεύτερη Τρίτη έχω καθιερώσει να δημοσιεύω κείμενα δικών μου ανθρώπων. Κυρίως του πατέρα μου, αλλά το 2023-2024 δημοσίευσα επίσης χρονογραφήματα του παππού μου, που δημοσιεύτηκαν το 1928-29 στην εφημερίδα Δημοκράτης της Μυτιλήνης, με το ψευδώνυμο Βριάρεως.

Τα περισσότερα από τα χρονογραφήματα αυτά τα εντόπισε και τα κατέγραψε ο φίλος ερευνητής Αριστείδης Καλάργαλης στο αρχείο του Δημοκράτη, ενώ κάποια άλλα περιέχονται σε ένα τετράδιο που είχε ο παππούς μου, με κολλημένα αποκόμματα, που το είχε τιτλοφορήσει «Περισωθέντα νεανικά αμαρτήματα». 

Στο τετράδιο αυτό, ο παππούς μου έχει συμπεριλάβει και ένα χρονογράφημα με διαφορετική υπογραφή: Ιξίων, το οποίο και παρουσίασα εδώ πριν από 14 μέρες, μαζί με ένα σατιρικό ποίημα με την ίδια υπογραφή.

Παρόλο που το ύφος εκείνου του χρονογραφήματος διέφερε από το συνηθισμένο ύφος του Βριάρεω, κρίνω ότι το γεγονός πως ο παππούς έκοψε το απόκομμα και το κόλλησε στο τετράδιο με τα «Νεανικά αμαρτήματα» αποτελεί καθοριστικό τεκμήριο γνησιότητας, σε συνδυασμό με την επιλογή του ψευδωνύμου. Ο παππούς μου αρεσκόταν να διαλέγει προκλητικά αρχαία ψευδώνυμα και ο Ιξίων δεν ήταν από τα καλύτερα παιδιά της μυθολογίας. 

Στο ίδιο ταξίδι βρήκα και άλλα δύο μικρά κείμενα με την υπογραφή «Ιξίων», που θα τα παρουσιάσω σήμερα. Κι αυτά διαφέρουν από το συνηθισμένο ύφος του παππού μου, του Βριάρεω -αλλά αφού δέχτηκα ότι ο παππούς μου ήταν ο Ιξίων στη Ρωμαίικη μεμψιμοιρία, πρέπει να δεχτώ ότι και αυτά τα δύο δικά του είναι. Εξάλλου, διακρίνω και ψήγματα του γνωστού παππώου ύφους. 

Επίσης, τα κείμενα είναι μικρότερα σε έκταση από τα συνηθισμένα χρονογραφήματα -τέτοια κειμενάκια χαρακτηρίζονταν παλιότερα βινιέτες ή σκίτσα. 

Το πρώτο από τα δύο δημοσιεύτηκε στον Δημοκράτη της 27.9.1928, στη δεύτερη σελίδα, με τον επίτιτλο «Ενώ η ζωή περνά».

Θορυβομανία

Οι Συβαρίται ήσαν οι κατ’ εξοχήν μαλθακοί και ραχατλήδες άνθρωποι του αρχαίου κόσμου. Φαντασθείτε ότι ένας, καλούμενος Σμινυρίδης αν θυμούμαι καλά, ερωτηθείς πώς εκοιμήθη, απήντησεν ότι δεν έκλεισε μάτι όλην την νύκτα γιατί ένα από τα ροδόφυλλα με τα οποία τού είχαν στρώσει το κρεββάτι ήταν διπλωμένο στα δύο και… τον έκοβε.

Κατ’ ακολουθίαν λοιπόν η πόλις των έπρεπε να είναι απολύτως αθόρυβος και προς τούτο εξόρισαν τους σιδηρουργούς, τους μαραγκούς και εν γένει τους έχοντας επαγγέλματα θορυβοποιά και έσφαξαν όλους τους κηπουρούς κοκόρους της πόλεως.

Βεβαίως ο συβαριτισμός είναι κακός, αλλά δεν έπεται πως πρέπει να φθάνει κανείς στο άλλο άκρον.

Εις την πόλιν μας όλοι, από του μπακαλόγατου μέχρι του τραπεζίτου και από του εφημεριδοπώλου μέχρι του διευθυντού εφημερίδος, ωρύονται, σκούζουν, κραυγάζουν, αλαλάζουν, σαν να είχαν να κάνουν με θεόκουφους. Στο πανδαιμόνιον αυτό προστίθεται ο δαιμονιώδης θόρυβος των κάρρων, των αυτοκινήτων, των βενζινακάτων και των πλανοδίων πωλητών.

Μέχρι σήμερον μία μόνη περίπτωσις υπήρξε που κατηργούντο αι κοινωνικαί τάξεις και η ανισότης· η του ανωνύμου θαλάμου· εκεί όλοι ήσαν ίσοι. Τώρα προστίθεται και ο θόρυβος. Και το παράξενον είναι ότι καθένας ενώ ο ίδιος ωρύεται, κάμνει συστάσεις στους άλλους να μιλούν σιγότερα.

— Μίλα σιγότερα, χριστιανέ μου. Δεν είμαι κουφός.
— Το δυστύχημα είναι ότι δεν είσθε άλαλος, κύριε.

Στην εφημερίδα έχει τυπωθεί «κηπουρούς» αλλά το διορθώνω σε «κοκόρους». 

Το δεύτερο κείμενο δημοσιεύτηκε μερικές μέρες αργότερα, στις 9 Οκτωβρίου, πάλι στη δεύτερη σελίδα και με τον ίδιο επίτιτλο. Έχει όμως και υπότιτλο «Μονόλογος αφελούς στοιχειοθέτου». 

ΕΝΩ Η ΖΩΗ ΠΕΡΝΑ

Δ. Π.

(ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΑΦΕΛΟΥΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΟΥ)

Ιδού δύο γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, απλά, χωρίς κανέν υπονοούμενον, χωρίς τίποτε το μυστηριώδες. Είναι πρόθυμα να τεθούν εις οποιανδήποτε λέξιν χρειασθούν (και οι δάκτυλοι του στοιχειοθετείου τα θωπεύουν ελαφρώς και ετοιμάζονται να τα τοποθετήσουν εις το συνθετήριον. Αλλά μία προσταγή, μία τελεία παραπλεύρως εκάστου αναγκάζει τον στοιχειοθέτην ν’ ακινητήσει).

Αλτ! Εδώ υπάρχει και μία τελεία εις το καθένα. Τα στοιχεία αυτά δεν είνε τόσον απλά όσον υπέθεσα. Μία τελεία προ ενός γράμματος είναι κάτι απροσδόκητον και σκοτεινόν ως οι φωτιζόμενοι δρόμοι μας. (Σκέπτεται). Τι να σημαίνουν άραγε; Αλίμονον, μήπως Δάγγειος πυρετός; Ή μήπως Δήμαρχος Πετρόπουλος ή Πάτσης ή Παναγιωτόπουλος ή Πατρίκιος;

Κατά διαβολικήν σύμπτωσιν οι Δήμαρχοι Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Μυτιλήνης, δηλαδή των κυριοτέρων δαγκειοπλήκτων πόλεων, αρχίζουν από Δ. Π. όπως και η φοβερά επιδημία. Μήπως άρα υπάρχει καμία απόκρυφος σχέσις μεταξύ Δημάρχων και πυρετού; Δεν εννοώ βέβαια ως τοιαύτην την τυχόν ευθύνην των Δημάρχων διά την υποδειγματικήν ρυπαρότητα των πόλεων, ήτις τρέφει την νόσον. Κάθε άλλο. Άλλωστε είναι γνωστόν ότι ειργάσθησαν όλοι δραστηρίως κατά της επιδημίας, χύσαντες αφθόνως γαλάκτωμα ασβέστου εις τα φρεάτια. Επίσης είνε γνωστόν ότι το ακάθαρτον πετρέλαιον που έρρευσεν αυτάς τας ημέρας προς απολύμανσιν των υπονόμων υπερβαίνει εις ποσότητα τα δάκρυα που θα εχύνοντο αν οι ρηθέντες απετύγχανον εις τας προσεχείς εκλογάς.

Εξ άλλου το γράμμα Π. αφθονεί εις το ελληνικόν επωνυματολόγιον, όπως αι ανορθογραφίαι εις γνωστήν μας εφημερίδα, ώστε η αναζήτησις της μυστηριώδους σχέσεως θα είναι χίμαιρα. Ημπορεί κανείς να πελαγώσει εις τα διάφορα Παπα… τάδε, χωρίς να εξακριβώσει τίποτε. Βλέπετε, όλοι οι απόγονοι των ιερέων ή του Πάπα αρχίζουν από το προσυνθετικόν Παπα.

Αλλά οι άνω Δήμαρχοι δεν φαίνονται να κατάγονται από ιερείς, πλην ίσως του Παναγιωτοπούλου διότι, καθώς ήκουσα προχθές ένα συντάκτην, το όνομα Παναγιώτης παράγεται εκ του… Παναγιώτατος. Λοιπόν ερρέτωσαν οι παπάδες.

Ο νους μου προ τοιούτου μυστηρίου ακινητεί, όπως ο του κ. Μεταξά όταν αγορεύει. Μαγείαν δεν εδιδάχθην και αι απόκρυφοι επιστήμαι είναι γριφώδεις ως φουτουριστικά ποιήματα. Τι να κάμω; Ποία Αριάδνη θα μου δώσει τον μίτον της; Ας ερωτήσω τον αρχιεργάτην, αυτός ίσως ξέρει περισσότερα.

(Φεύγει. «Καταπετάννυται» η αυλαία).

Ιξίων

Ο Ν. Πετρόπουλος ήταν δήμαρχος Μυτιλήνης, ο Σπύρος Πάτσης στην Αθήνα, ο Μηνάς Πατρίκιος στη Θεσσαλονίκη και ο Τάκης Παναγιωτόπουλος στον Πειραιά. Αναφορές στον  δάγκειο πυρετό υπάρχουν και σε χρονογραφήματα του Βριάρεω, αλλά και σε αυτό του Ιξίωνος που είδαμε πρόσφατα. 

Posted in Άχθος Αρούρης, Μυτιλήνη, Ονόματα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 121 Σχόλια »

Το έθιμο και το κουστούμι

Posted by sarant στο 15 Ιουνίου, 2026

Οι λέξεις του τίτλου μπορεί να συνδυαστούν σε πρόταση -ας πούμε, «Το έθιμο επιβάλλει επίσημη περιβολή στον εορτασμό, οπότε πρέπει να φορέσετε κουστούμι». Στο άρθρο μας όμως θα τις συνδυάσουμε διαφορετικά -και όχι μόνο ή όχι κυρίως στα ελληνικά.

Την ιδέα για το άρθρο την πήρα από το γράμμα ενός φίλου, ο οποίος διάβαζε ένα ιστορικό σύγγραμμα, εντόπισε ένα αστείο μεταφραστικό λάθος του συγγραφέα και είχε την καλοσύνη να μου το κοινοποιήσει.

Λοιπόν, στα πρακτικά κάποιου δικαστηρίου, σε κάποια βενετική κτήση, μία γυναίκα ζητάει διαζύγιο επειδή έχει παράπονα από τον σύζυγό της, και συγκεκριμένα about his awful activities and clothes  στο αγγλικό κείμενο.

Ο φίλος που το διάβαζε κάπως παραξενεύτηκε. Να τον χωρίσει για τα ρούχα που φοράει, παραπάει -εκτός βέβαια αν φορούσε σαγιονάρες με κάλτσες. Κοιτάζοντας πιο κάτω, υπήρχε το πρωτότυπο στα μεσαιωνικά λατινικά, που ήταν η γλώσσα του δικαστηρίου και η αντίστοιχη φράση ήταν pessimae operationae et costumi.

Η γυναίκα παραπονιόταν για τις αισχρές συνήθειες του άντρα της, όχι για τα ρούχα του! Πολύ πιο λογικό ακούγεται, δεν συμφωνείτε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Μεταφραστικά, Ψευδόφιλες λέξεις | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Η μαϊμού που δεν δάγκωσε (μια ουχρονία)

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2026

Κυριακή σήμερα, συνήθως βάζουμε λογοτεχνική ύλη, αλλά αυτή τη φορά θα δούμε όμως κάτι κάπως διαφορετικό. Διάλεξα μια ουχρονία, ή what-if που λένε στα ελληνικά, δηλαδή «τι θα είχε γίνει αν…», εναλλακτική ιστορία. Έχουμε βέβαια άρθρο για το θέμα.

Την ουχρονία όμως αυτή δεν την έγραψα εγώ -εγώ διάλεξα απλώς το πλαίσιο και ζήτησα από το ChatGPT να το αναπτύξει. Θα παρουσιάσω λοιπόν αυτά που μου απάντησε και στη συνέχεια θα δούμε μια δεύτερη ουχρονία που με εξέπληξε. 

Διάλεξα ένα από τα μεγαλύτερα «αχ, τι θα γινόταν αν…» του 20ού αιώνα στην Ελλάδα.

Είπα στο ChatGPT:

Θέλω να μου γράψεις ένα what-if, Ουχρονία που το λέω εγώ. Τι θα γινόταν αν ο βασιλιάς Αλέξανδρος δεν είχε δεχτεί το δάγκωμα της μαϊμούς το καλοκαίρι του 1920 κι αν ο Βενιζέλος κέρδιζε τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920. Γράψε πολλά, πάνω από 1000 λέξεις. Δώσε ορίζοντα δεκαετίας τουλάχιστον.

Η μαϊμού που δεν δάγκωσε: μια ελληνική ουχρονία 1920-1932

Το καλοκαίρι του 1920, στο Τατόι, μια μικρή μεταβολή της τύχης αλλάζει την ιστορία. Ο βασιλιάς Αλέξανδρος, νεαρός, άπειρος ακόμη αλλά όχι αδιάφορος για το βάρος της θέσης του, δεν πλησιάζει αρκετά τους πιθήκους του κτήματος. Ή, σε μια άλλη εκδοχή, ο υπηρέτης φτάνει ένα λεπτό νωρίτερα. Ή ο σκύλος δεν ορμά. Η μαϊμού δεν δαγκώνει. Ο πυρετός δεν έρχεται. Η σηψαιμία δεν σκοτώνει τον βασιλιά. Η Ελλάδα μπαίνει στο φθινόπωρο του 1920 χωρίς το κενό στον θρόνο, χωρίς την αμηχανία της διαδοχής, χωρίς το άμεσο άνοιγμα του δρόμου για την επιστροφή του Κωνσταντίνου.

Η δεύτερη απόκλιση έρχεται την 1η Νοεμβρίου 1920. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν ηττάται. Κερδίζει δύσκολα, κουρασμένα, χωρίς θρίαμβο, αλλά καθαρά. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια πανηγυρική ανανέωση της λαϊκής εντολής· είναι περισσότερο μια ψήφος ευθύνης παρά ενθουσιασμού. Οι στρατιώτες λείπουν ακόμη στη Μικρά Ασία, οι οικογένειες έχουν κουραστεί, οι φόροι βαραίνουν, η χώρα έχει μεγαλώσει γρήγορα και δεν έχει προλάβει να ανασάνει. Όμως ο φόβος της διεθνούς απομόνωσης, η επίγνωση ότι η Συνθήκη των Σεβρών είναι εύθραυστη και η παρουσία του βασιλιά Αλέξανδρου, που δεν προκαλεί στους Συμμάχους την αλλεργία του πατέρα του, γέρνουν την πλάστιγγα.

Ο Βενιζέλος σχηματίζει νέα κυβέρνηση με λόγο λιγότερο θριαμβευτικό και περισσότερο προσεκτικό. Ξέρει ότι η Μεγάλη Ιδέα βρίσκεται στο ανώτατο σημείο της, αλλά επίσης ξέρει ότι κάθε ανώτατο σημείο είναι και σημείο κινδύνου. Η Ελλάδα του 1920 δεν είναι αυτοκρατορία· είναι ένα κράτος δέκα εκατομμυρίων ψυχών στα χαρτιά, με διοικητικούς μηχανισμούς που ακόμη παλεύουν να ενσωματώσουν τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τα νησιά, τη Θράκη, και τώρα τη Σμύρνη. Ο Βενιζέλος αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να κερδίσει στη Μικρά Ασία μόνο με στρατό. Χρειάζεται χρόνο, διπλωματία, χρήμα, και κυρίως να μη χάσει την εύνοια της Βρετανίας και της Γαλλίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστημονική φαντασία, Ιστορία, Λογοτεχνία, Τεχνητή νοημοσύνη | Με ετικέτα: , , , , , | 144 Σχόλια »

Πολεοδομικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2026

Που τα ονομάζω έτσι από το νέο σκάνδαλο στις πολεοδομίες, που θερίζει γενικούς γραμματείς της κυβέρνησης. Εξάλλου, δεν υπάρχει κανένα άλλο σημαντικό γεγονός για να δώσει τίτλο, έτσι δεν είναι;

* Και ξεκινάω με αχρείαστα εισαγωγικά.

Σουπεράκι στην εκπομπή της Ναταλίας Γερμανού:

Διανομέας φαγητού παίζει πιάνο στο μετρό Συντάγματος και οι περαστικοί «γοητεύονται»

Τι νόημα έχουν  εδώ τα εισαγωγικά; Ξέρει κανείς να μας πει;

Δεν γοητεύονται στ’ αλήθεια οι περαστικοί, αλλά προσποιούνται, από ευγένεια, ότι γοητεύονται; Ή είναι γνώμη άλλου που τη μεταφέρει ο συντάξας το σουπεράκι;

Ή ίσως υπάρχει ποσόστωση, ότι σε κάθε σουπεράκι πρέπει απαραιτήτως να υπάρχει ένα ζευγάρι εισαγωγικά.

* Και μια και είπαμε «πολεοδομικά» τα μεζεδάκια μας, και ένα σχετικό.

Σε ρεπορτάζ τηλεοπτικού σταθμού σχετικά με την υπόθεση των πολεοδομικών γραφείων ακούστηκε:

Υπήρχε συστηματική οργάνωση στο εσωτερικό της ομάδας. ΟΙ ρόλοι ήταν διακριτικοί

Είχαν τακτ οι ρόλοι, δεν ήταν αγενείς!

* Τελειώνει και το πρωτάθλημα μπάσκετ σήμερα, που οι τελικοί του έδωσαν τροφή στα σόσιαλ ως τώρα. Και ένα σχετικό μεζεδάκι, από εδώ:

Δηλαδή η ΕΡΤ ομολογεί/παραδέχεται/διατρανώνει ότι θα συμμετέχει σε πρακτικές που υπονομεύουν το μπάσκετ;

Βασικά, αυτός είναι ο δεύτερος τίτλος του άρθρου. Στον πρώτο, η ΕΡΤ διακηρύσσει:

ΕΡΤ σε Ολυμπιακό: «Δεν θα συμμετέχουμε σε πρακτικές που απαξιώνουν το προϊόν και στοχοποιούν εργαζόμενους»

Απλώς, στον δεύτερο τίτλο παραλείφθηκε ένα «δεν». Τι ψυχή έχει;

* Ή, τι ψυχή έχει ένα γράμμα στον κατάλογο του μεζεδοπωλείου, αν το ούζο είναι καλό;

Aυτό το έστειλε φίλος αρχαιολόγος, οπότε το Glas τού θύμισε τη μυκηναϊκή ακρόπολη του Γλα στη Βοιωτία. Εγώ σκέφτηκα το γαλλικό pour qui sonne le glas? Για ποιον χτυπάει η καμπάνα, ας πούμε. Μα, για όποιον πιει πολλά ούζα.

* Το απόσπασμα είναι από τα Χανιώτικα Νέα.

Οι εξελίξεις προκαλούν στεναχώρια, λέει, «ιδιαίτερα όταν επιβάλλονται εκ των άνωθεν«.

Ο φίλος που το στέλνει γράφει: Ο εκδότης της εφημερίδας κάνει μια σημαντική παρέμβαση για ένα σοβαρό ζήτημα. Καλό θα ήταν να είναι πιο προσεκτικοί στα Χ.Ν. και να αποφεύγουν τέτοιες διατυπώσεις.

Πράγματι, αν δεχτούμε ότι το -θεν δείχνει την προέλευση, το «εκ των άνωθεν» είναι πλεονασμός, όπως πλεονασμός είναι και το πολύ διασημότερο «απ’ ανέκαθεν». Έχουμε άρθρο για το θέμα, αν και παλιό και κάπως ξώφαλτσα.

Κατά σύμπτωση, χτες άλλος φίλος με ρωτούσε για το επίθημα -θεν, οπότε συνειδητοποίησα ότι χρωστάω δύο άρθρα. Ένα που να καταγράφει τις λέξεις που έχουμε σε -θεν (όσες ακούγονται και σήμερα, οίκοθεν νοείται αυτό) και ένα άλλο για το κατά πόσο είναι λάθος το «εκ των άνωθεν» ή το «απ’ ανέκαθεν». Θα πρέπει να στρωθώ να τα γράψω. Πάντως, το «εκ του μακρόθεν» το έχω δει και σε λεξικά.

* O φίλος ο Κώστας Χ. έστειλε ένα βίντεο, που δεν μπορώ να το… εμπεδώσω εδώ (να το κάνω embed δηλαδή) οπότε για λόγους εικονογράφησης βάζω απλώς την βουβή οθονιά:

Η δημοσιογράφος λέει: «Θα βγούνε κλιμάκια στους δρόμους, θα μαζέψουνε τα νεκρά ζωντανά».

Και σχολιάζει ο Κώστας: Τα «νεκρά ζωντανά» λέγονται και «νεκροζώντανα», ή «ζόμπι»;

Εντάξει, «τα ζωντανά» λέγεται ακόμα αρκετά, αλλά η αντίθεση με τα νεκρά είναι κωμική. Τα νεκρά ζώα, τα νεκρά αιγοπρόβατα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , | 182 Σχόλια »

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε