" Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...
Γράφει η Χριστοδούλου Αικατερίνη Η φωνή σου έχει ξεθωριάσει απ' το φωνογράφο της ζωής Αυτή που κάποτε ήταν Ο απολαυστικότερος ήχος Το τραγούδισμα της ψυχής Χιλιοπαιγμένη στο μεγάλο δίσκο βινυλίου του νού.. Έχει πια φθαρεί Πάλιωσε Σκούριασε Η ακίδα συνέχιζε να χαϊδεύει Και να διαπερνάει κάθε εκατοστό της περιστρεφόμενης επιφάνειας Αδιάκοπα.. Τα σημάδια της φανερά από Το πλήρωμα Το πέρασμα του χρόνου.. Δυσκόλευε την τοξοειδή κίνηση του Χαραγματιές Χαραγματιές σαν αυτές Που άφησε με το φευγιό του Στη ζωή όλα είναι δανεικά Ακόμη και το φευγιό κάποια στιγμή θα συναντήσει το αντάμωμα του.. Θα το περιμένει σαν αιώνιος φύλακας Να 'ρθει να φουντώσει την τρικυμία του πόθου τους Σαν φουριόζος άνεμος Αναμεμειγμένος με αναμνήσεις Αρώματα Και υποσχέσεις μιας ζωής.. Έτσι λοιπόν.....