Οδός Κρήνης – Εισαγωγή

Στη γειτονιά μου στην οδό Κρήνης οι ιστορίες περισσεύουν . Άλλες θέλουν να ειπωθούν και μερικές πασχίζουν να μείνουν κρυφές.

Κάποιες σαν ευθείες αλύγιστες,  συγκλίνουν τέμνονται και αποκλίνουν. Άλλες τυλίγονται η μία γύρω από την άλλη, σαν καμπύλες ευλύγιστες μα όχι πάντα ανθεκτικές, μερικές με πάθος ασφυκτικό, κάποιες με την συνήθεια της αγάπης κι άλλες με την αγάπη της συνήθειας που λογίζεται και σαν νομοτέλεια. Υπάρχουν και αυτές που σαν ίντριγκες βυζαντινές μπλέκονται σε ένα κουβάρι όπου αρχή, μέση και τέλος μπλέκονται χωρίς να ξεχωρίζουν.

Οι ιστορίες της οδού Κρήνης διασχίζουν αυλές, μεσοτοιχίες, ανοιχτά παράθυρα και πόρτες, άλλες φορές σαν απαλό αεράκι και άλλες σαν καταιγίδα με βροντές και αστραπές ,αναδεύουν το παρελθόν και αναστατώνουν το παρόν. Συχνά νοσταλγούν.

Θα ακολουθήσουν δώδεκα ιστορίες.

Οδός Κρήνης (3) : Ιούνης – Διαφωνίες

«Τη νύχτα που γεννήθηκες την πέρασα στη φυλακή». Την πρώτη φορά που μου το είπες τρόμαξα αλλά μετά μου εξήγησες. Χαμογελούσαν ακόμα τα μουστάκια σου. Εκείνη την γενέθλια νύχτα, όταν ερχόσουν στην κλινική να με πρωτοαντικρίσεις σε σταμάτησε η αστυνομία για εξακρίβωση στοιχείων αλλά επειδή δεν είχες ταυτότητα πάνω σου, σε πήγαν στο τμήμα και σε άφησαν ελεύθερο τα χαράματα.

Μπορεί και να στο έκαναν επίτηδες γιατί είχες παραιτηθεί από αστυνομικός αφού δε μπορούσες να κάνεις τον ρουφιάνο στην «κόκκινη» Οδό Κρήνης. Βέβαια παρέμεινες μπλε και ήσουν μοναχική μειοψηφία στο αριστερό σόι της μάνας με το ατράνταχτο επιχείρημα-ερώτημα : Μπορεί κάποιος να βγει στη πλατεία της Μόσχας και να βρίσει το κόμμα; Εγώ σου απαντούσα: μπορώ να φέρω στο σπίτι τον Ριζοσπάστη χωρίς να κάνεις μούτρα; Και πήγαινες για ύπνο.

(Πατέρα μου λείπεις)

Οδός Κρήνης (2) : Απρίλης – Το μαξιλάρι

Ξημερώματα 21ης Απριλίου ήρθαν οι αστυνομικοί και πήραν τον Θωμά. Η Τούλα ίσα που πρόλαβε να του δώσει δυο αλλαξιές και ένα βιβλίο μέσα στην μαξιλαροθήκη της.

Η Τούλα είχε το ψιλικατζίδικο απέναντι από το καφενείο του Αβραάμ και ήταν φίλη της μάνας μου. Ο Θωμάς ήταν οικοδόμος και δούλευε μαζί με τον πατέρα μου. Αν και ήταν «κόκκινος» ο πατέρας μου τον συμπαθούσε.

Δύο χρόνια παίδευε η Τούλα τον Θωμά μέχρι να τον διαλέξει, γιατί υπήρχε και ανταγωνιστής, ο Σταμάτης ο φούρναρης.

Στο τέλος έκανε και στους δύο την ίδια ερώτηση: Τι θα ήθελες να είσαι, το πάπλωμα μου ή το μαξιλάρι μου.

Ο Θωμάς απάντησε: Θα ήθελα να είμαι το μαξιλάρι σου για να με χρειάζεσαι χειμώνα καλοκαίρι, μέρα και νύχτα.

Οδός Κρήνης (1) : Σεπτέμβρης

Στις αρχές του φθινοπώρου τα βαρέλια βγαίνουν μπροστά στα δύο καφενεία να πλυθούν για να δεχθούν τον καινούργιο μούστο.

Η Ζηνοβία, μεγαλοκοπέλα καλοστεκούμενη μα ανύπαντρη, σουλατσάρει  πάνω κάτω  γυροφέρνοντας τους μαστόρους. Λες και την μεθάει  η μυρωδιά του αντρικού ιδρώτα και τα αρώματα του κρασιού. Πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Μέχρι που το πασουμάκι της μπλέκεται στο λάστιχο του νερού. Διπλώνεται, πέφτει στα λασπόνερα.

Ο Ιορδάνης ο μαραγκός παρατάει το πλάνισμα του βαρελιού και τρέχει κοντά. Ξεπλένει τις λάσπες από τα δάχτυλα των ποδιών της, καθαρίζει τις πληγές στο πρόσωπό της. Μαζί φεύγουν και τα φτιασίδια.

«Δεν τα χρειάζεσαι ούτε εσύ ούτε το κρασί»

Ένα ντροπαλό πορτοκαλί φωτίζει το πρόσωπό της Ζηνοβίας. Και από τότε, τις νύχτες,  ο Ιορδάνης την λέει «Πορτοκαλιά μου».

με τον Στιφάδο (Σ2:Ε2) – Μικρόκοσμοι

-Αφεντικό σύμφωνα με ένα βιβλίο κβαντικής φυσικής που έφαγα το βράδυ εγώ υπάρχω ως μια δυνατότητα-πιθανότητα και γίνομαι πραγματικότητα επειδή με παρατηρείς εσύ. Σωστά;

-Αυτά ισχύουν στον μικρόκοσμο Στιφάδο

-Κι εγώ για τον δικό σου μικρόκοσμο μιλάω και τον δικό μου.

-Αυτά είναι δύσκολα πράγματα για να τα καταλάβει ένας άνθρωπος, πόσο μάλλον ένα κουνέλι.

-Θέλεις να σου πω τι καταλαβαίνει ένα κουνέλι;

-Όχι

-Ναι. Λοιπόν, θα σου εξηγήσω με ένα παράδειγμα, πως στον μικρόκοσμο σου η παρατήρηση δημιουργεί την πραγματικότητα.

-Άντε λέγε.

-Πρόσεξε. Βγαίνεις έξω, ας πούμε για να πας στον μανάβη να μου πάρεις καρότα. Στο μανάβικο παρατηρείς τα μάτια μιας όμορφης γυναίκας και τα ερωτεύεσαι. Η κυματοσυνάρτηση της καρδιάς σου καταρρέει. Αυτό ήταν. Δημιούργησες μια νέα πραγματικότητα στον εσωτερικό σου μικρόκοσμο. Στάσου, που πας;

-Στον μανάβη.

-Τα καρότα μη ξεχάσεις
—————————
συνεχίζεται

η πράσινη λαμπα

Μελετάω Κβαντική μέχρι αργά κάθε βράδυ. Όσο βλέπω ότι η πράσινη λάμπα στο δωμάτιο της είναι αναμμένη.

Έχει μετακομίσει στο απέναντι διαμέρισμα μαζί με τη μαμά της τελευταία. Την έχω δει λίγες φορές αλλά δεν έχουμε μιλήσει.

Κάθε πρωί ακούω τη φωνή της όταν έρχεται το σχολικό. Καλημέρα κύριε Τάσο. Καλημέρα Μέλπω.

Τα σαββατοκύριακα λείπει στον πατέρας της.

Αγόρασα μια ίδια πράσινη λάμπα. Μετέφερα και το γραφείο μου δίπλα στο παράθυρο.

Όταν σβήνει η λάμπα της περιμένω λίγο. Μήπως δεν την πιάνει ο ύπνος και ξανασηκωθεί. Έχει συμβεί.

Σήμερα το δωμάτιο της είναι σκοτεινό. Ίσως είναι κουρασμένη ή άρρωστη.

Θα αφήσω την λάμπα μου αναμμένη καλού κακού. Μήπως νιώσει καλύτερα και θέλει να διαβάσει.

Προς το παρόν έχω να μελετήσω την Αρχή της Αβεβαιότητας.

η χαραμάδα

Νυστάζω αλλά δεν θέλω να κοιμηθώ. Θέλω να ονειρευτώ με τα μάτια ανοιχτά. Να διαλέξω εγώ τις εικόνες. Άλλες να τις διαγράψω. Άλλες να τις φυλάξω. Άλλες να τις αλλάξω.

Να ξαναγράψω την ιστορία σωστά. Έστω και με άλλα λάθη. Να διαλέξω εγώ τους πρωταγωνιστές. Γιατί άραγε τους πρωταγωνιστές μιας ιστορίας τους λέμε ήρωες ακόμα και αν ηττώνται;

Να υποτάξω τις σκέψεις και αφού βρω τις λέξεις, να τις βάλω στη σωστή σειρά. Αν χρειαστεί να παραβιάσω τους συντακτικούς κανόνες να το κάνω.

Και στο τέλος, να τις ξεχάσω όλες τις λέξεις, γιατί  αν τις αφαιρέσεις από τις σκέψεις τότε ότι μένει είναι καθαρό συναίσθημα.

Δεν νυστάζω αλλά θέλω να κοιμηθώ. Θα κλείσω τα μάτια αλλά θα κλέψω. Θα αφήσω μια μικρή χαραμάδα.

με τον Στιφάδο (Σ2:Ε1) – Ο αλγόριθμος

-Αφεντικό έφαγα ένα βιβλίο πληροφορικής, είπε ο Στιφάδος και ρεύτηκε χαριτωμένα

-Δεν πειράζει έχω πολλά

-Και τα έχεις διαβάσει όλα;

-Σχεδόν

-Τότε γιατί είσαι μπουμπούνας; Νομίζω δεν έχεις καταλάβει καλά τις δομές επιλογής και επανάληψης. Θα στο αποδείξω. Θα σου δώσω ένα πρόβλημα. Να γίνει αλγόριθμος που θα βρίσκει τη σωστή απόσταση ανάμεσα στους φόβους που μας ακολουθούν και σε αυτούς που προπορεύονται.

-Πάλι το ίδιο πρόβλημα Στιφάδο;

-Ναι, γιατί παραμένει άλυτο

-Ίσως δεν έχεις χωνέψει ακόμα το κεφάλαιο με τις δομές δεδομένων

– Και εσύ δεν έχεις χωνέψει ότι αν βάλεις τα ζητούμενα πάνω από τα δεδομένα μπορεί το πρόβλημα να μην έχει λύση.

-Ενώ αν βάλεις τα δεδομένα πάνω από τα ζητούμενα;

-Τότε υπάρχει πάντα η προφανής λύση. Αυτή που βολεύει.

…για τον κυρ Αντώνη

Στο βάθος της μικρής αυλής κάτω από την χαρουπιά ο κυρ Αντώνης είχε φτιάξει έναν μικρό μπαξέ. Στην άλλη μεριά δίπλα στην μικρή πόρτα που οδηγούσε στο κουζινάκι, ψηλά στον τοίχο ήταν το κλουβί με τον Μερακλή, το καναρίνι του, και πιο δίπλα, κάτω από την γερασμένη κληματαριά είχε βάλει την ψάθινη καρέκλα και το ξύλινο κουτσό τραπέζι που η πολυκαιρισμένη λαδομπογιά του έμοιαζε με δέρμα γερασμένο που ο κυρ Αντώνης  χάιδευε στοργικά όταν έπαιρνε τον καφέ του κάθε πρωί. Και μόλις έκανε η νοσταλγία το βλέμμα του θολό κι αφηρημένο άρχιζε ο Μερακλής το κελάηδημα. Τότε σηκωνόταν να του καθαρίσει το αβγό, βρασμένο από νωρίς για να έχει κρυώσει, μη καεί το ζωντανό. Μετά έβαζε ένα ποτήρι ρετσίνα, μερικές ελιές στο πιατάκι του γλυκού,  και άνοιγε το μικρό τετράδιο, λάδωνε με σάλιο την μύτη του μολυβιού και περίμενε τις λέξεις ,μα αυτές  έκαναν νάζια  και ζητούσαν  αντάλλαγμα για να βγουν στο χαρτί.  Όχι από το περίσσευμα, του ψιθύριζαν, από το υστέρημα δώσε αν μας αγαπάς.