Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΈΛΛΗΝΑΣ

 

 


Δε θα συμφωνήσω με τους πολλούς που κλαίνε και μοιρολογούν πως δεν υπάρχουν πια Έλληνες και θα ξεκινήσω μ ένα βασικό συμπέρασμα που εκδόθηκε από έγκυρες και διαπιστευμένες παγκόσμιες έρευνες: Η γενετική αλληλουχία του πληθυσμού της Ελλάδας, υπάρχει από την Νεολιθική εποχή έως σήμερα.
Άρα, λοιπόν, καμία δάφνη δεν κατεμαράνθη, όσο κι αν δάκρυζε ο κατά πάντας αξιότατος ποιητής, Διονύσιος Σολωμός.
Ο Ελληνικός πολιτισμός δεν έπαψε ποτέ ν ακτινοβολεί και η συνέχεια του στον γραπτό και στον προφορικό λόγο, η διατήρηση του Αρχαίου και Μεσαιωνικής σοφίας, οι λεκτικοί και φωνητικοί αρχαϊσμοί, τα ήθη, τα έθιμα, οι παροιμίες και τα τραγούδια, τα τοπωνύμια, η αρχιτεκτονική, δηλώνουν την πραγματική εικόνα της Ελλάδας.
Καμία ανάγκη δεν έχουμε, αγαπητοί φίλοι, να ρωτάμε τους ξένους, ποια είναι η γνώμη τους για την Ελλάδα. Μήπως ξέρουν να μας πουν ποια είναι η γνώμη τους για τη δικιά τους πατρίδα; Την Αγγλία, την Ολλανδία, τη Γουαδελούπη; Γιατί καίγεστε να μάθετε τι σκέφτονται όλοι αυτοί για εμάς τους σύγχρονους Έλληνες; Διαφωνώ τελείως με τους μεμψίμοιρους, τους κλαψιάρηδες και φυσικά και με τον Λιαντίνη που ενίοτε προσπαθεί ν ανατρέψει και τον ίδιο του τον εαυτό! Αυτός δεν υπήρξε Νεοέλληνας και μάλιστα σημαντικός; γιατί απαξιώνει και διαλαλεί πως η Ελλάδα είναι σβησμένη από τον χάρτη των Εθνών;
Η Ελλάδα δεν είναι αγαπητοί φίλοι, τα δέκα εκατομμύρια που κατοικούν εδώ και τα άλλα τόσα, διάσπαρτα σε όλον τον πλανήτη.
Λένε μερικοί πως δεν έχουμε ταυτότητα σαν λαός! αν είναι δυνατόν! Ένας λαός που η γλώσσα του-μαζί με τους Κινέζους- οι πολυπληθέστεροι και οι λιγότεροι! σε αριθμούς κατά μια σατανική σύμπτωση- μιλιέται και γράφεται από τότε που πρωτομίλησαν και πρωτοέγραψαν οι άνθρωποι.
Σκέφτομαι, γιατί να συνεχίσουμε αυτή την αθλιότητα, δηλαδή την σύγκριση Αρχαίων και Νέων Ελλήνων και να εξάγουμε συντριπτικό συμπέρασμα υπέρ των Αρχαίων; Μήπως σταμάτησε ποτέ αυτός ο τόπος να γεννάει άξιους ανθρώπους; δηλαδή ο Σολωμός τι είναι; αρχαίος ή νέος; Ο Παπανικολάου δεν έχει καμία σχέση με τον Ιπποκράτη; οι μεγάλοι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς, Καζαντζάκης και λοιποί για να μην αναφέρομαι σε καθέναν ξεχωριστά, δεν είναι απόγονοι των Αρχαίων; τι διάολο ανομοιότητα είναι αυτή; Θεωρώ ανοητολογία να υποστηρίζουμε την γνώμη, αλήθεια ποιοι βλαμμένοι υποστηρίζουν πως, επειδή οι Αγγλογάλλοι ανακάλυψαν τους Αρχαίους Έλληνες, άρα αυτοί είναι και οι απόγονοι τους! Γιατί;
Και γιατί μειώνουν εμάς που γεννηθήκαμε σ αυτό τον τόπο που λέγεται Ελλάς και όχι Γκρεκία [όποτε τους συμφέρει είμαστε Έλληνες και όποτε τους βλάφτει, είμαστε, Γραικύλοι].
Αν δηλαδή οι φίλοι μας οι Ιταλοί, κι αυτοί λένε πως είναι απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων, γεννιόντουσαν εδώ, στην Ελλάδα, θα ήταν καλύτεροι από εμάς; τους σύγχρονους Έλληνες; και γιατί; μήπως έχετε γνωρίσει τι συντριπτικά ελαχιστότατος λαός είναι οι Νορβηγοί; έχετε συνομιλήσει με ηλίθιους Γάλλους; με χαζοχαρούμενες Γερμανίδες; ή με τους υπερόπτες Άγγλους που το μέγιστο τους, ίσως πάνω από το 70%, δεν ξέρουν τι είναι η Ελλάδα! και το χειρότερο; ο μέσος Αμερικάνος σχεδόν πάνω από 90% δε γνωρίζει που βρίσκεται η χώρα που λέγεται Ελλάδα!
Αγαπητοί φίλοι, δε νομίζω πως χρειάζεται ν αναφερθώ εκτενώς σ αυτή την αθλιότητα κάποιου Φαλμεράγιερ, περί της Ελληνικότητας των Νέων Ελλήνων- αρκεί μια ώριμη σκέψη: ο τόπος αφομοιώνει τον μετανάστη. Στην περίπτωση της Ελλάδας, αφομοίωσε και τους κατακτητές.
Ένα μεγάλο ερώτημα παραμένει το γιατί όσοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα δεν είναι άξιοι συνεχιστές των, ενώ όσοι θέλουν να μείνουν εδώ, είναι καλύτεροι;
Δε με πιάνει καμιά ελληνολατρεία ή ελληνοπάθεια. Γνωρίζω πολύ καλά την ιστορία και τα πάθη μας, σαν λαού, και δεν πετάω στα ύψη. Αλλά οι βλακείες και οι διοχετευμένες επιθέσεις εναντίον μας, με εξαγριώνουν. Τι θέλει ο παγκόσμιος πολιτισμός από τους σύγχρονους Έλληνες; γιατί γκρινιάζουν για τις δικές μας αθλιότητες οι Αγγλογάλλοι; οι χορτάτοι κοιλαράδες Γερμανοαμερικάνοι; για πιο λόγο κατηγορούν τις ασπιδωτές κοιλιές των παπάδων μας;
 

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

που αγαπήσαμε με πάθος

 


 

Από το Σύνταγμα πολύχρωμοι μαν
δρόμοι που αγαπήσαμε με οργή
στα σκαλιά καθόταν μια νέγρα κοπέλα
έκλαιγε
χιπ-χοπ ο νεαρός στο μάρμαρο μπρος
στη μεγάλη Βρετάνιδα που κυματίζει
ασθμαίνουσα Ελληνική σημαία
δε με νοιάζει
Ολισθαίνοντας την Πανεπιστημίου
ποιος ξέρει γατί ήρθαμε εδώ;
η λευκή γυναίκα δεν είχε που να πάει
ένας άλλος άντρας περπατούσε ανάποδα στα σκαλιά
χιπ-χοπ
από το Σύνταγμα μαν
άνθρωποι που αγαπήσαμε με πάθος
τα μάρμαρα, τα μάρμαρα, τα μάρμαρα!
Διαβαίνοντας αργά το απόγευμα
στην Ακαδημίας και αλλού
μια νέγρα γυναίκα έκλαιγε, ένας άντρας κοίταζε αλλού
χιπ-χοπ
όλα είναι μια εικόνα, ένα ηλιοβασίλεμα στην Πανεπιστημίου
ο ήλιος βγαίνει και εκεί
ο Νέγρος έφυγε
η γυναίκα έμεινε μόνη
το παιδί στρέφει στα σκαλιά
ο ήλιος κοκκινίζει
χιπ
χοπ
 

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

ΚΟΥΤΣΟΎΜΠΙΑ 2

 

 


Ρε αλευροπίτουρες τι να σας πει κανείς. Εδώ τον άλλον τον λένε Λεφτέρη Παπαχλιμίντζο και πήγε και το άλλαξε: το έκανε Νίκος Παπαχλιμίντζος. Τι να σας πω ρε Χλιμίνζουρες, κι αυτός ο τύπος είναι δημοσιογράφος. Με τα ξερά κούτσουρα καίγονται και τα χλωρά Κουτσούμπια. Τα ξέρετε τα κουτσούμπια; η μάνα μου έλεγε έτσι τα χοντρά ριζάρια από τα δέντρα που μάζευε για να καίει τον Χειμώνα. Αυτά Παπαχλιμίντζουράκηδες. 

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

ΔΙΑΒΑ'ΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΈΝΑΝΤΙ

 

 


Η ΤΥΧΕΡΗ ΜΟΥ ΜΕΡΑ.
Κατέβαινα την Ιπποκράτους χτες το πρωί και κάτι, όταν στη διασταύρωση με την Σόλωνος, διαβαίνοντας απέναντι, πήρε τον μάτι μου τον χοντρό ταξιτζή που παράτησε το ταξί με τα κλειδιά στο καντράν και βγήκε στο πεζοδρόμιο, σχεδόν έπεσε πάνω μου, που πας έτσι βιαστικός, του λέω, να φάω μια τυρόπιτα με έκοψε η πείνα, μου λέει, πάρε μια μπουγάτσα του κλείνω το μάτι, με την τυρόπιτα θα διψάς. Δίκιο έχεις, μου λέει και ορμάει στη μπουγάτσα, ενώ εγώ πηδάω σβέλτα μέσα στο ταξί, στη θέση του οδηγού, πατάω γκάζι και εξαφανίζομαι στο κενό, ενώ ο ταρίφας έχει μείνει με τη μπουγάτσα στο ανοιχτό στόμα να κατακυλάει και στη χοντρή κοιλιά του. Που πας; περίμενε! άκουσα τις φωνές του, πρωί και κάτι ήταν, τι μέ ένοιαζε, εγώ είχα ένα ταξί και διολισθούσα πέρα στην Πατησίων, τι ωραία, έβρεχε κίνηση πολύ δεν είχε, οπότε, μες τη βροχή, πρωί και κάτι μου σηκώνει το χέρι μια ξανθιά, ταξί! ταξί! φωνάζει κι εγώ σταματώ μπροστά της κι ανοίγω την μπροστινή πόρτα. Μπαίνει μέσα γελαστή, πανγέλαστη, όμορφη, εσύ δε μοιάζεις με ταρίφα, μου κάνει και με εξετάζει, ναι, όχι, δεν είμαι, τα ψιλομπερδεύω αλλα δεν πειράζει, είσαι ωραίος! την ακούω που ανοίγει τα πόδια της και τρέχω, τρέχω πρωί και κάτι προς την Εθνική οδό, που πάμε; ουρλιάζει η ξανθιά, αυτός δεν είναι ο δρόμος μου, ούτε ο δικός μου! ουρλιάζω κι εγώ και σταματώ σε μιαν άκρη γκρεμόδασους. Με κοιτάζει, είναι πρωί και κάτι, μου λέει αναψοκοκκινισμένη καθώς εγώ πέφτω πάνω της, αυτή ανοίγει τα πόδια, το ταξί τραντάζεται, τα τακούνια χτυπάνε στον ουρανό, τι μου κάνεις! προλαβαίνει να φωνάξει μια - δυο φορές αλλά μετά φωνάζει αλλιώτικα, κάποιοι μας ακούνε κι όταν τελειώνουμε βλέπουμε τις φάτσες γύρω από τα τζάμια που, αφού απήλαυσαν το μάτι εξαφανίζονται ως δια μαγείας, σήμερα είναι η τυχερή μου μέρα, λέω στην ξανθιά, πως σε λένε, με ρωτάει, χαρούμενη, ευτυχισμένη, κι εμένα, μου λέει, ναι γιατί σε βρήκα στο δρόμο μου, πως σε λένε; Νίκο, απαντώ, τι σημασία έχουν τα ονόματα πάμε να φύγουμε από εδώ τώρα θα μας κυνηγάει όλη η αστυνομία και βλέπω τα πρώτα περιπολικά κάπου πίσω μας, στο βάθος να ξεσκίζουν με τις σειρήνες τους τον κόσμο μας. Εμάς κυνηγάνε; απορεί η ξανθιά καθώς φοράει την κυλότα της κι εγώ ξεκινώ σαν σίφουνας, οι τροχοί στριγγλίζουν, η άσφαλτο σπιθίζει, είμαι πιο γρήγορος απ τους μπάτσους, χάνομαι πίσω και μακριά. Ηρεμώ. Οδηγώ σε έναν παράδρομο κάπου στην Ακράτα. Δεν έχω ξανάρθει εδώ! κάνει με τρόμο η ξανθιά. Πως σε λένε; την ρωτώ. Νίκη, μου λέει, τι σημασία έχουν τα ονόματα, ακόμα είναι πρωί και κάτι, δεν πάμε για κανέναν καφέ; Ναι, λέω, πάμε κι αράζουμε στην κεντρική καφετέρια, οπότε μας πλησιάζει ο παραθαλάσσιος μπάτσος, μήπως είδατε κανένα ταξί; μας ρωτάει, όχι! απαντάμε ταυτόχρονα εμείς οι δυο, κάποιος έκλεψε ένα ταξί, μου είπαν τώρα στο ασύρματο αλλά ποιος νοιάζεται! λέει και εξαφανίζεται στην πολυθρόνα του, ενώ εμείς κυλάμε στην άβυσσο του πρωινού, παίρνουμε ένα φραπέ στο χέρι κι ορμάμε στην παραλία των ονείρων.
[Από τα μικρά ΣΑΤΙΡΙΚΑ μου.--μόλις γραφέν σήμερα το πρωί!]
 

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΔΙΑΤΊΘΕΤΑΙ.

 

 


ΒΑΖΩ ΕΝΑ ΦΟΥΡΝΕΛΟ ΠΟΥΛΑΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ
 
Στην οδό της φτώχειας έπιασα δουλειά
χρωστώ σ όλο τον κόσμο, γεια σας ρε παιδιά
δεν αντέχω άλλο, μου ήρθε σκοτοδίνη
απ τους φραγκάτους φίλους κανείς δε δίνει.
Αχ, αυτή η τρέλα άιντε ρε παιδιά
βάζω ένα φουρνέλο πουλάω και την καρδιά
ποιος την αγοράζει, ποιος την επουλά
αχ αυτή η φτώχεια δεν τρώγεται ξανά
Στην οδό της φτώχειας έπιασα δουλειά
φόρεσα καπέλο φέσι ανάθεμα
ποιος θα με προσέξει, ποιος θα μου σταθεί
αν θενα ρρωστήσω στα ξένα μακριά
Αχ, αυτή η φτώχεια μου πήρε το μυαλό
λίγο που το είχα για στερνή χαρά
ποιος θα μου γυρίσει πίσω ότι αγαπώ
που κανείς δεν ξέρει αύριο αν θα ζω
Στου καιρού τις νύχτες έβαλα φωτιά
δεν αντέχω άλλο, γεια σας ρε παιδιά
το κλαρίνο παίζει δίπλα στο αφτί
φέρτε ένα ούζο, φέρτε ένα κρασί
Δε γυρίζει πίσω λένε το ποτάμι
έτσι ναι η πουτάνα έτσι ναι η ζωή
έβγαλα στ αγέρι δίπλα στο χαράμι
το φτηνό φιλί.

 

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΆΨΕΙΣ ΈΝΑ ΒΙΒΛΊΟ

 


...πλάσαρε με καμάρι τον εαυτό του ως άνθρωπο που του είχαν εκδώσει έντεκα μυθιστορήματα και της μίλησε συγκαταβατικά, σαν σε ερασιτέχνιδα.
"Όλοι νομίζουν ότι μπορούν να γίνουν συγγραφείς" σχολίασε ο φίλος μου με την αεράτη ειρωνεία.
"Μη μου πείτε ότι είναι έγκλημα να το επιχειρήσει κανείς", είπε εκείνη.
"Το έγκλημα είναι να πιστεύεις πως είναι εύκολο. Αλλά αν όντως το έχετε πάρει στα σοβαρά, γρήγορα θ ανακαλύψετε ότι πρόκειται για το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο".
Από τον Κυανοπώγωνα Του Κέρτ Βόνεγκατ.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

όλες οι λέξεις

 

 


Λυπάμαι που άφησα να νυχτώσει
χωρίς να δω το γαλάζιο χρώμα του ήλιου
τυλίχτηκα στις σκιες
είπα δε θέλω να ζήσω άλλο μαζί σου.
Λυπάμαι.
Όλες οι λέξεις δεν έφταναν
να σου εξηγήσω την απόφαση
να ζήσω στο σκοτάδι
τα ακούνητα φύλλα του δάσους
το πράσινο που δεν ήταν ποτέ πιο πράσινο
η απόφαση να φύγω.
Λυπάμαι που άφησα να νυχτώσει
χωρίς να δω όλα τα καλά του κόσμου
-και οι πιο μεγάλοι έρωτες τελειώνουν σήμερα.
 

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΊΡΙ

 


 

ΚΆΘΕ ΠΈΡΥΣΙ ΚΑΙ... ΧΕΙΡΌΤΕΡΑ
-Θα πας διακοπές;
-Θα πάω, ακόμη και με τα πόδια, μου λέει.
-Που θα πας με τα πόδια ρε; Στη θάλασσα; Εγώ δεν πάω πουθενά. Εδώ θα μείνω, του λέω τραγουδιστά.
-Θα φτάσω στο Καρπενήσι, Μπορεί και στην Αράχοβα. Όταν περπατάς, κάπου φτάνεις. Το λέει κι ο γιατρός.
-Έχεις;
-Τι; δεν έχω τίποτα, εσύ έχεις;
-Που χάνεσαι, μωρέ! που είσαι; έφτασες στο Καρπενήσι;
-Εδώ είμαι, δε χάνομαι εγώ.
-Πάλι εξυπνάδες λες, του λέω και μου λέει:
-Πάρτο όπως θέλεις, εμένα μου αρέσει το βουνό. Ν αράξω μέσα στα πεύκα να μυρίσω αυτή τη δασίλα..
-Δασίλα! ρε, φούστη τι λέξη! που την βρήκες;
-Θέλεις κι άλλες; έχω πολλές τέτοιες..
-Που τις έχεις; Είναι βαριές; και τον μπερδεύω.
-Τι βαριές; είπα εγώ βαριές; βαριές είναι οι κουβέντες τι μου λες, μου λέει και του λέω:
-Πόσο βάρος, έχει μια κουβέντα;
-Ανάλογα το ύψος αυτού που την λέει. Άλλο βάρος έχει η κουβέντα μου κι άλλο του φίτσιουλα..
-Ποιος είναι αυτός; τον ξέρεις; εγώ πρώτη φορά τον βλέπω.
-Τον βλέπεις, τώρα; ανοίγει τα μάτια του γύρω-γύρω..
-Και γιατί θα πας με τα πόδια; το γυρίζω για να μη χάσουμε χρόνο. Σου αρέσει τόσο πολύ η περπατάδα;
-Όχι, με πονάνε τα πόδια, τελευταία. Αλλά λόγω οικονομίας. Θα γλιτώσω τα εισιτήρια, τι, νομίζεις μαλάκας είμαι εγώ. Έχω μυαλό εγώ και μου δείχνει τα ποδάρια του. Άσε που δεν πληρώνω ξενοδοχείο..
-Θα πας σε κάμπινγκ, δε βαριέσαι σκηνές, παρασκηνές, φίδια, γουσταρίκες..
-Έχω συνηθίσει, δε με τρώνε τα φίδια..
-Δε σε τρώνε τα φίδια; τον κοιτάζω σαν να με κοροϊδεύει. Δε σε πιστεύω ρε!
-Τις γουσταρίτσες δεν τις ξέρω κι άρα δε με αφορούν
-Είναι μικροί κροκόδειλοι, του λέω σιγανά στο αυτί, να μη μας ακούσουν άλλοι.
-Ποίοι άλλοι; κυττάζει γύρω του παραξενεμένος. Εδώ δεν υπάρχει κανείς άλλος.
-Ωραίο το κυττάζω με δυο τ και υ, του παρατηρώ και τον χάνω, γίνεται αέρας, μπουχός.
-Τι έπαθες ρε; του λέω αγωνιωδώς. Μη φοβάσαι οι γουσταρίτσες είναι ακίνδυνες, έλα, που πήγες; Ξεκίνησες για το Καρπενήσι;
Ησυχία. Κοιτάζω γύρω μου. Κανένας.
[από τα χρονογραφήματα μου]

 

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

ΈΝΑ ΜΥΡΜΉΓΚΙ

 

 


-Πρόσεχε τα λόγια σου! άκουσε πίσω του μια φωνή, σαν από μυστήριο τρένο και ξανασκέφτηκε πάμπολλες φορές γιατί το πορτραίτο να γράφεται με αι και όχι με έψιλον. Πορτρέτο. Κι αυτά τα δυο ρ, μάλλον πλεονασμός του μοιαζε.
Ένα μυρμήγκι περπατούσε στο τραπέζι του. Μικρό-μικρό κι ασήμαντο, ούτε του ενός χιλιοστού, το κοίταζε και σκέφτηκε να το λειώσει με το δάχτυλο του. Τον δείχτη ή τον παράμεσο και το κυνήγησε χωρίς μεγάλη θέληση, να το σκοτώσει δηλαδή, καθώς έτρεχε πάνω στο άσπρο μάρμαρο. Ύστερα το μάτι του έπεσε στο κατακάθι του καφέ στο βάθος του φλυτζανιού. Ποιός ξέρει πόσες μέρες ήταν εκεί, είχε μαυρίσει, είχε πετρώσει. Έβαλε το δάχτυλο να το σπρώξει, το μυρμήγκι ξαναγύρισε και του απέσπασε την προσοχή. Ανέβηκε από το πλάι του μαρμάρου, ξαναβγήκε στην επιφάνεια, ανέβηκε στο πλάι του φλυτζανιού και αμέσως χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, κινήθηκε πάνω στο χέρι του. Σίγουρα δεν ήξερε πόσος ήταν ο κίνδυνος που παραμόνευε. Πήγαινε πέρα-δώθε πάνω στον καρπό του δεξιού χεριού του, μπερδεύτηκε με τις τρίχες, το ζευγάρι απέναντι έδωσε ένα ακόμα φιλί, κάποιοι σηκώθηκαν αναποφάσιστοι να φύγουν, δεν ήξεραν που να πάνε. Ένας είχε κρεμασμένο στο λαιμό του ένα Ολυμπιακό μετάλλιο πυγμαχίας, κατηγορίας πυγμαίων. Πυγμαλίωνας. Σπιρτόκουτου. Το δειχνε περήφανος στον διπλανό του που ήταν ακριβώς το αντίθετο. Ένα βουνό.
Για να ξεφύγει απ την ψυχρή σιωπή, άκουσε τον άντρα να λέει στη γυναίκα δίπλα του: » Πάρτα μωρή μαλακισμένη να μη στα χρωστάω!» λες και ήταν το πιο απλό πράγμα στον κόσμο.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από την ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ που γράφεται ζωντανά μαζί σας.
 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

ΠΆΝΤΟΥΜ...5

 

 


ΑΛΛΟ ΠΑΝΤΟΥΜ
 
Έχω καράβια στο κεφάλι μου
«το νου μου τρώει αυτή η σκέψη» * Καβάφης;
Πως τάχα κλει το παραθύρι μου
Και κρύβω αυτή μου την υπόσκεψη
«Το νου μου τρώει αυτή η σκέψη»
Αλίμονο δεν έχω περιθώρια
Να κρύβω αυτή μου την υπόσκεψη
Στένεψαν τόσο πολύ τα όρια;
Αλίμονο δεν έχω περιθώρια
Για κάτι που περίμενα σπουδαίο
Στένεψαν τόσο πολύ τα όρια
Ότι δεν κλάψαμε ήταν ωραίο.
Για κάτι που περίμενα σπουδαίο
Ξένε μου, τι νομίζεις τα πρωτεία
-Ότι δεν κλάψαμε ήταν ωραίο-
είναι δική σου, ξένη εσοδεία.
Ξένε μου, τι νομίζεις τα πρωτεία
Για όσους έζησαν στη γη
Είναι δική σου ,ξένη εσοδεία
Εγώ επέβαλλα αιώνια σιγή
ΠΟΙΗΣΗ ΚΩΣΤΑ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑ.
 

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Ο ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ...5

 

 


Μυθιστόρημα
Ο ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ
Τρομοκράτης δεν ήταν η σωστή λέξη. Κι ο ανακριτής έψαχνε πάντα με μανία για το σωστό. Σωστά γινόταν αυτό που του έμαθαν. Σωστό, όμως, ήταν και κείνο που δε γνώριζε. Τρομοκράτης, επέμενε, δεν ήταν η σωστή απόδοση. Τρόμο-κρατεί.

Ιδεοκράτης θα ήταν καλύτερα.
Ο τρόμος έχει μια άλλη σημασία. Προέρχεται από τον φόβο, που δεν ήταν αποτυπωμένος στο πρόσωπο κανενός τρομοκράτη. 
Ιδέα του ήταν και την πίστευε. Ιδέες όμως υπήρχαν πολλές.

Η Ελλάδα έσκαγε το πρόσωπο της στο μισό φεγγάρι του πρωινού, όταν τα βήματα του αγουροξυπνημένου ανακριτή, ακολουθούσαν τον ρυθμό μιας ζεστής μέρας του Οκτώβρη.

Την Ελλάδα που αγαπούσε "μοιρολατρικά" ο ανακριτής, μπορεί και παθολογικά, του την είχαν μάθει σαν μια όμορφη κόρη, απ όταν ήταν μικρός. Όλα τα πράγματα όταν είμαστε μικροί μοιάζουν όμορφα. Είναι όμορφα! Είναι ωραία!
Την έδειχναν, πάντα μ εκείνο το κοντάρι με τη γαλανόλευκη, τα λευκά μπράτσα που γύρω τους τυλιγόταν το μυστηριώδες πέπλο της λευκότητας και το στιβαρό, αγέρωχο βλέμμα που έδειχνε την αποφασιστικότητα, ίσως όλων εκείνων που υπήρχαν πίσω απ αυτήν.
Θα ήταν μια ωραία αρχή. Αν, κι έτσι τα πράγματα γίνονται πιο γρήγορα, θα ήταν μια ωραία αρχή. Η άλλη θα ήταν να ξεκινήσουμε με τον Νίκο Καζάρμα. Αλλά εκείνος τούτη την ώρα θα κοιμόταν βαθιά. Τι έχουν να πουν οι άνθρωποι που κοιμούνται; Τίποτε. Μόνο όνειρα. Και τα όνειρα δεν είναι ποτέ αληθινά.
Το όνειρο που έβλεπε ο Καζάρμας ήταν χαμογελαστό. Βρισκόταν, λέει, μέσα σε ένα ραφείο, αν και σήμερα δεν πηγαίνουν οι άνδρες σ ένα ραφείο, αυτός προβάριζε εκεί, ένα γυαλιστερό μαύρο ή μπλε κουστούμι, που θα του χρειαζόταν για κάποιες επίσημες βραδιές. Όμως, αμέσως μετά, το κουστούμι γινόταν πάνω του, φόρμα αθλητική. Μια καινούργια φόρμα, κόκκινη και άσπρη. Ήταν τα χρώματα του. Τώρα το ραφείο είχε γίνει γήπεδο, καταπράσινο, κερκίδες δεν υπήρχαν αλλά κόσμος ήταν αρκετός έξω από τα κάγκελα, σα να περίμενε μόνον αυτόν, που ακολουθώντας τους συμπαίχτες του, βγήκε από την καταπακτή των αποδυτηρίων, χαμογελαστός.
Του άρεσε αυτή η ώρα. Όπως του άρεσε και το ποδόσφαιρο. Έπαιζε με μανία, από μικρός ήθελε να γίνει μεγάλος ποδοσφαιριστής και τώρα του δινόταν αυτή η ευκαιρία να κάνει τα πρώτα βήματα. Έβγαινε  με μια ομάδα από τα αποδυτήρια, φορώντας στην πλάτη του το νούμερο δέκα που ήταν και το αγαπημένο του.
Και το παιχνίδι άρχισε ξαφνικά-αυτός όμως δεν μπορούσε ν ακουμπήσει τη μπάλα. Όλο ερχόταν κοντά του με καλοζυγισμένες πάσες  που θα μπορούσε εύκολα να τις κοντρολάρει και ν αρχίσει τις περίτεχνες ντρίπλες του αλλά, τίποτε. Μόλις προσπαθούσε να την αγγίξει, εκείνη έφευγε σα να την παρέσερνε ο αγέρας. Την πήγαινε σε άλλους, συμπαίχτες ή αντιπάλους.
Δεν ήξερε τι να κάνει κι ένιωθε σα μικρό παιδί έτοιμο να βάλει τα κλάματα, όμως δεν το κανε. Απλά συνέχιζε να τρέχει πίσω από τη μπάλα που την πήγαινε όπου ήθελε ο άνεμος.
Τα όνειρα όμως δεν τελειώνουν πουθενά κι ο Νίκος Καζάρμας, γύρισε ανάσκελα, προχωρώντας γοργά για το καινούργιο.
Κι ο ανακριτής παρ όλα αυτά, προχωρούσε αργά. Σαν τον σαλίγκαρο που γυρίζει πίσω, μόλις τα κέρατα του συναντήσουν ένα εμπόδιο, σκέφτηκε και θυμήθηκε τον νεαρό. "Γαμιέσαι κερατά!" του είχε πει κατάμουτρα την περασμένη βδομάδα, την πρώτη στιγμή που τον έφεραν στο γραφείο του και τον κοίταξε κατ ευθείαν στα μάτια. Κι αυτός πετάχτηκε πάνω. Αγρίεψε, έσμιξε τα φρύδια, ύστερα κάθισε πάλι, ηρέμησε. Είχε προλάβει να σκεφτεί, πως ήταν, μονάχα, ένας ηλίθιος νεαρός, με γαλάζια, πιο ηλίθια μάτια.
Τον είχαν φέρει εκεί, γιατί έκανε μάτι στη σκοτωμένη φοιτήτρια. Κι αργότερα, είπαν πως αυτός την είχε σκοτώσει. Μάλλον κάτι τέτοιο θα ήταν. "Όμως δε φαινόταν εύκολο πράγμα" μονολόγησε προχωρώντας ακόμα πιο βαθιά στο στενό σοκάκι σε μικρή απόσταση από τον ουρανοξύστη, εκεί, όπου στον δέκατο τρίτο όροφο και στο δέκατο τρίτο γραφείο, τον περίμενε η πρωινή καρέκλα [την αγαπούσε την καρέκλα του] και ο γλυκός-πολύ γλυκός, πρωινός τούρκικος καφές.
Προληπτικός δεν ήταν με τα νούμερα, μόνο τις μαύρες γάτες φοβόταν. Αν τύχαινε και του κοβε καμιά τον δρόμο, ήταν ικανός να γυρίσει σπίτι του και να μείνει άρρωστος, μισή βδομάδα.
Στο ασανσέρ έκανε ν ανάψει τσιγάρο. Έπιασε την ταμπακιέρα, μάλλον χρυσή-ποιος ήξερε πόσα πράγματα ήταν αληθινά. 

Την έβαλε ξανά στην αριστερή τσέπη, κοιτάζοντας απέναντι την πινακίδα που έγραφε  "NO SMOKINGK" γιατί στη δεξιά είχε πάντα ένα πιστόλι που μπερδεύτηκε κι αυτό στο μυαλό του με το "NO SMOKINGK".
Βγαίνοντας από το ασανσέρ ξανάβγαλε την ταμπακιέρα. Την άνοιξε-είχε δυο επίπεδα. Στο ένα υπήρχαν τσιγάρα άφιλτρα, κουλτουριάρικα. Στο δεύτερο έναν μηχανισμό παρακολούθησης από απόσταση. Άκουγε μ αυτόν περίπου στα χίλια μέτρα, μα δεν τον χρησιμοποιούσε συχνά. Ίσως γιατί άκουγε όλες τις μπερδεμένες σκέψεις των ανθρώπων, ενώ αυτός ήταν ένας ξεκάθαρος άνθρωπος, με σοβαρές αντιλήψεις για τη ζωή και λίγα γκρίζα μαλλιά. Καλοξυρισμένος, φρεσκοχτενισμένος, φορούσε πάντα κουστούμι και γραβάτα, κανονικά δεμένη στο λαιμό του. Ποτέ δε θυμήθηκε τον εαυτό του χωρίς γραβάτα, σα να είχε γεννηθεί μ αυτήν, δεμένη σφιχτά γύρω από έναν άσπρο γιακά πουκαμίσου, αγορασμένο όπως όλα του τα ρούχα, από τα καλύτερα και ακριβότερα καταστήματα. Είχε γίνει κοσμοπολίτης ο ανακριτής, του άρεσε το λούσο, το ακριβό.
Εκείνο το "γαμιέσαι κερατά" ηχούσε ακόμα άσχημα στ αυτιά του, αυτός ήταν ένας άνθρωπος που δεν τα σήκωνε κάτι τέτοια και καθώς έκλεινε την πόρτα του γραφείου, θυμήθηκε πως η καθαρίστρια τον είχε κοιτάξει με μια δόση ειρωνείας-σα να του λεγε πως ήταν πίσω από την πόρτα και κρυφάκουγε όταν είχε ξεφουρνηθεί εκείνο το "Γαμιέσαι κερατά". [Οπωσδήποτε εδώ χρειαζόταν θαυμαστικά αλλά ο ανακριτής δε θαύμαζε ποτέ τίποτε.]
Κάθισε στο γραφείο ανασκαλεύοντας μερικά χαρτιά κι άναψε επιτέλους το τσιγάρο, ώρα επτάμισι, ακριβώς το πρωί. Δεν ήξερε αν πήγαιναν επτάμισι το πρωί στο γραφείο τους οι ανακριτές, αν ήταν τακτικός ή άτακτος, αυτός, ο δέκατος τρίτος τακτικός ανακριτής Αθηνών.

 Απ το Μυθιστόρημα μου
Ο ΘΕΌΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΏΝ

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

ΔΕΝ ΦΟΥΜΆΡΩ

 


Τώρα αυτά για παγκόσμιες ημέρες δε με ενδιαφέρουν αλλά, για την εναντίωση μου σ αυτή την κάκιστη συνήθεια των ανθρώπων, το κάπνισμα, είμαι βέβαιος πως, πρώτον θεωρώ ότι, όταν κάπνιζα έκανα μια από τις ηλιθιοδέστερες πράξεις μου, που δεν ωφελούσε πουθενά, πόσο μάλλον στο κέρδος από την εικόνα των ινδαλμάτων, στις οθόνες, Τζειμς Ντιν, τυλιγμένος σε μια τούφα καπνού, Κατερίνα Γώγου και λοιπών, που υποτίθεται με έσπρωχναν να κάνω το ίδιο, ποτέ δεν το έκανα, απλά, δεύτερον, όλοι γνωρίζουμε πως ο καπνός βλάφτει ανεπανόρθωτα την υγεία και τίποτε άλλο δεν προσφέρει ας πούμε για απόλαυση, όταν αποφασίσεις να το κόψεις, όπως έκανα εγώ πριν από εφτά χρόνια περίπου αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να πείσω κανέναν από τους διπλανούς μου να κάνουν το ίδιο, ενώ συμφωνούν πως έχω δίκιο, να το κόψουν! 

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

ΣΤΟ ΆΓΡΙΟ.

 


 

Τα Καλοκαίρια στο Άγριο είχαν μια ωραία ζέστη, όχι πολύ, μάλλον δροσερά και ίσως κάποιους Αύγουστους ν ανέβαινε ψηλά η θερμοκρασία. Εκείνο το Καλοκαίρι που τέλειωσα την πρώτη Δημοτικού, ο Τούμας μου είχε βάλει εννέα στο ενδεικτικό και είχα αισθανθεί περήφανος και περισσότερο η μητέρα μου, επειδή τα περισσότερα αδέρφια μου δεν έπαιρναν πάνω από έξι, πέρασε ανάμεσα από πολύ σκόνη και φωνές. Στο Άγριο οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι ακόμα και φυσικά γέμιζαν σκόνες τα μουντζουρωμένα μας πρόσωπα. Ο πατέρας μου είχε φύγει από την Άνοιξη, μετανάστης στη Δυτική Γερμανία όπως σχεδόν όλοι οι άντρες του χωριού, κι όλοι μαζί πασχίζαμε να τα βγάλουμε πέρα, περισσότερο η μητέρα αλλά κι εμείς τα παιδιά κάτι κάναμε. Οι εργασίες ήταν πολλές, στον κήπο, στο χτήμα Χατζιά, όπου είχαμε υποστατικό με λίγα ζωντανά, κότες, κατσίκες και άλογα, στο μποστάνι με τα Καλοκαιρινά ζαρζαβατικά, στον κάμπο που είχαμε λίγα στρέμματα σχετικά με τους άλλους, όπου έσπερναν το καλαμπόκι, και το σιτάρι. Θυμάμαι κάτι νύχτες που κοιμόταν εκεί όλοι η οικογένεια, τα πρωινά έκανε φοβερή δροσιά, και τα παιδιά κουκουλώνονταν με κουβέρτες, ενώ οι μεγάλοι άρχιζαν να θερίζουν.
Πέρασε το Καλοκαίρι εκείνο, ήρθε ο Χειμώνας στο Άγριο, βαρύς, οι κρύσταλλοι κρέμονταν από τα δέντρα, ο πατέρας μου είχε στείλει πολλά δέματα με ρούχα, πολλά ρούχα που έκαναν τη μητέρα να χάνεται, πώς να τα ξεδιαλύνει, πώς να μας ντύσει, εμάς τα μαυρόπαιδα της, αλλά γελούσε κάπου-κάπου το χείλη τη, αυτής που έλεγε πως δε θα γελάσει ποτέ το χείλι μας. Ακόμα και σοκολάτες είχαν μέσα αυτά τα δέματα και τι άλλο δεν είχαν, ώσπου έφτανε η μέρα που θα γινόταν τα βαφτίσια της δεύτερης αδερφής μου που θα την έλεγαν Δέσποινα, ενώ η μητέρα ήταν έγκυος ήδη στο τελευταίο της παιδί που ήταν κι αυτό κορίτσι, η Φιλοθέη, τότε, την ημέρα που θα γινόταν η βάφτιση, είχε έρθει πρώτη και καλύτερη η Δέσπω η μάγισσα και ψιθύρισε στ αυτί της πως δε θα έκανε άλλο παιδί πια, φτάνει! φώναξε, του έκαμα μάγια του κερατά, να στερέψει ο σπόρος του κι η μάνα μου την κοίταζε όπως την κοίταζε, απορημένη η γυναίκα, φοβούμενη πως δε θα ξανάκανε έρωτα με τον Φώτη κι ανατρίχιασε αλλά η Δέσπω την καθησύχασε λέγοντας πως απλά δεν θα έκανε χωρίς να συλλαμβάνει, αυτά ήταν τα μάγια της, κι όλες οι γειτόνισσες που είχαν έρθει στο γιορτινό τραπέζι, γέλασαν στην αυλή, που είχε ετοιμαστεί για αυτή τη γιορτή της βάφτισης, το πρωινό εκείνο του Φλεβάρη, κι εγώ, χωμένος κάπου εκεί, παρακολουθούσα τις σκηνές που διαδέχονταν η μια την άλλη, βλέποντας τη Δέσποινα, ένα πολύ όμορφο κορίτσι να κλαίει στη σαρμανίτσα, λουσμένη με το φως του ονόματος της, κι ύστερα να γελάει καθώς όλοι έκαναν ευχές, να ζήσει, να χαίρεται και τα λοιπά, οι περισσότερες γυναίκες και κοπέλες ήταν, οι ελάχιστοι άντρες που είχαν απομείνει στο χωριό ήταν εκεί, πέντε Βαγγέληδες, με πρώτον τον Βαγγέλη Κουφό, τον χαζό του χωριού που είχε παντρευτεί τη Σόφω, μια πρώην πόρνη στα δεκατέσσερα την είχαν ξεπαστρέψει πέρα στις κωμοπόλεις.
-Βαφτίσαμε την κόρη του φαμπρικατζή! Το κορίτσι του Άγριου! Φώναζε ο χαζός κι έπινε κρασί.
Τα μάτια του έβγαζαν σπίθες, λιγνός, στραβός σαν κατσαβίδι σπασμένο, χόρευε καθώς οι μουσικάντηδες άρχισαν να παίζουν κι όλοι τους κοιτάζαμε μαγεμένοι που έπαιζαν το κλαρίνο, το ντέφι και την κιθάρα, όταν φάνηκαν στα τρία πέτρινα σκαλοπάτια, τρεις κοπέλες ντυμένες με άσπρα πέπλα, αργά-αργά, τρεις ξανθές κοπέλες που άστραφταν στον κρύο ήλιο, σοβαρές, αγέλαστες, κατέβηκαν επί τέλους τα τρία σκαλιά, περπάτησαν κι έφτασαν πάνω από τη βαφτισμένη Δέσποινα, έκαναν κύκλο, στάθηκαν γύρω της, με τα χέρια ψηλά στον ουρανό, εδέησαν αυτές οι μοίρες, οι κόρες της Ανάγκης.
-Είναι πρωί ακόμα! είπε η Κλωθώ, ενώ ένα κρύσταλλο έπεφτε από το κλαρί της σκαμνιάς.
-Μεσημέριασε πάλι! Απάντησε η Λάχεσις. Το κορίτσι απ το Άγριο έχει όνομα. Το λένε Δέσποινα, αυτό θα κουβαλάει σαν λαχείο σε όλη της τη ζωή.
-Έρχεται το βράδυ! Φώναξε η Άτροπος, το μέλλον των θνητών.
Η μάνα του κοριτσιού συνέχιζε να κλώθει σε μια ρόκα που δεν είχε μαλλί, οι τρεις κοπέλες, έχασαν τα πέπλα τους, στη θέση τους εμφανίστηκαν η Βαγγελιώ, η Ασημούλα και η Αρετή, έφηβες κόρες με ροδοκόκκινα χείλη και μάγουλα και παιχνίδιζαν μεταξύ τους, οι κρύσταλλοι έπεφταν τώρα βροχή στην αυλή που άντεχε το βάρος των θνητών.
απόσπασμα από την ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΌΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ. [Αέκδοτο μυθιστόρημα μου.]
 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

ασύνειδο;

 

 


Προσφεύγω στο φανταστικό, στα όνειρα, στο ασύνειδο και στην τύχη. Είναι δύσκολο να βάλω όρια στον σουρεαλισμό. Είναι ένας αυτοματισμός, είναι η υπαγόρευση της σκέψης χωρίς έλεγχο; Η τρομακτική ένταση την ώρα της δημιουργίας; Πάντως ο Ρεμπώ, έλεγε πως πρωταρχική έγνοια του σουρεαλισμού είναι ν αλλάξουμε τη ζωή. Παρατήστε τα παιδιά στο δάσος! Αφήστε τον γάμο και πάτε για πουρνάρια! Πάρτε τους δρόμους! Να μερικά από τα συνθήματα εκείνης της εποχής. Μιλάμε για τις αρχές του εικοστού αιώνα. Εκατό χρόνια μετά, δεν μπορούμε να πούμε τα ίδια πράγματα. Αυτοί οι μυθικοί άνθρωποι, ο τρομερός Μαξ Έρνστ, ο αυμβίβαστος Ζαν Αρπ, έτρωγε αράχνες; ο Αντρέ Μασόν, μου καψε το τσιγάρο τα δάχτυλα, ο Χουάν Μιρο, το ασύνειδο στίγμα, ο Φράνσις Πικαμπιά, ντεπούτο σφαγμένου κόκορα, ο Ρενέ Μαγκρίτ, βρίστε τους παπάδες στο δρόμο. ο Σαλβαντόρ Νταλί, με το ένα πόδι ξυπόλητο και ο Αντρέ Μπρετόν με το μανιφέστο της ανυποληψίας ζωγραφισμένο στο κούτελο του. Μην ξεχάσω τους δικούς μας, τον Εγγονόπουλο και τον Εμπειρίκο που ακολούθησαν στεγνά με υποψίες σοβαρές αυτό το κίνημα 

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

ΑΝ ΜΕΓΆΛΩΝΑ 2

 


 

ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΜΟΥΝ ΑΝ ΜΕΓΑΛΩΝΑ
 
Απ την αρχή σκεφτόμουν ήρωας να γίνω
σαν τον Αχιλλέα μα και τον Ρομπέν των δασών
το ίδιο με ενθουσίαζε
Ίσως ο Αλέξανδρος μου ταίριαζε καλύτερα
Μα και του Αριστοτέλη η ευρυμάθεια με κεντούσε
Των αρχαίων ειδώλων, μου κόστιζε η Ελένη
η κόρη του Τυνδάρεω [ωραίο όνομα αυτό]
γιατί ήταν η πιο όμορφη των γυναικών του κόσμου.
Κι ο Έκτωρ παιδιόθεν με κατεδίωκε
με τον αδιάλλακτο πατριωτισμό.
Απ την αρχή σκεφτόμουν να γίνω αρχιτέκτων
να μοιάσω πιο πολύ στον Καλλικράτη
κι ο Καλατράβα με συνάρπαζε όσο των Αχαιών τα τείχη
Γιατί και ποιητής αν γινόμουν-Όμηρος σίγουρα-
θα μ άρεσε αλλά και στίχος του Ρεμπό ή του Μποντλέρ.
Του Καβάφη ο θηλυπρεπισμός της Ιστορίας δε με ενοχλεί
όσο του Ελύτη η καπήλευση του Αιγαίου πελάγους
του Ρίτσου το εγκώμιο των αριστερών ηρώων.
Όμως από παιδί με κατέλαβε μια επιθυμία σφοδρή
να γίνω Σαίξπηρ, τρομερός Άμλετ
και του Ρακίνα ήθελα να μοιάσω, μα
αυτός που δε μ ενδιέφερε καθόλου αλλά ας ήμουν,
ήταν ο Τουρκουάτο Τάσο
Κι ο δικός μας ο Εγγονόπουλος που σαν ζωγράφο τον θαύμασα πολύ
αυτόν και τον Τουλούζ Λωτρέκ και ίσως τον Μαξ Έρνστ.
Ναι,
σαν αυτόν ήθελα να γίνω.
Και γιατί όχι στρατηγός, ω ναι, Επαμεινώνδας
της θηβαϊκής ηγεμονίας, πρώτος κατ εμέ μπροστά από τον Κίμωνα
χωρίς να εξαιρώ τον Ρόμελ και τον Σπάρτακο
Αυτών τα ιδανικά ήτο σπουδαία, όσο τα δικά μου
κι απ τους ηγέτες των λαών
ο Αττίλας
ο Μέτερνιχ
ο Ροβεσπιέρος
ο Καποδίστριας
Τον Χίτλερ επουσιωδώς δεν μίσησα όσο τον Μοντγκόμερυ
Ακόμη, ίσως ο Αντώνιος να ήτο από τις μορφές που μ άρεσαν
για την ανοησία, για το πάθος το ανθρώπινο.
Και αθλητής; Ως δισκοβόλος του Μύρωνα
θα ταίριαζε στο ωραίο μου σώμα αλλά και Μπέκαμ, ως ντελικάτη Αγγλιδόφατσα
παρ ότι λέω ειλικρινά πως δεν συγκρίνεται στο άθλημα
με τον Κροιφ.
Όμως, να, εκείνο που ήθελα να γίνω πάνω απ όλα ήταν σκηνοθέτης
Αγγελόπουλος, αιώνιο πέλμα στο κενό και Μάρτιν Σκορτσέζε
ή Άρθουρ Πεν
ή Ντέιβιντ Λιν
να έχω υπο τας διαταγας μου αστέρια.
Όπως την Μιρέιγ Ντάρκ, την Μέριλιν, τον Μάρλον Μπράντο
τον θλιβερό απολογισμό του Πήτερ Ο΄Τούλ
Ναι, Ο΄Τούλ ήθελα να γίνω
κάτι μεταξύ Δον Κιχώτη και Αλ Πατσίνο.
Παρ όλα αυτά δε θα λεγα όχι να γινόμουν μουσουργός
θεός της μελωδίας, Μπετόβεν ή Λίστ ή Μότσαρτ.
Ραχμάνινοφ θαρρώ μου ταίριαζε καλύτερα
Ποτέ δεν θα θελα να γίνω Χατζιδάκις-Θεοδωράκης
Δεν έτρεφα τέτοιες ελπίδες ούτε
ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία μου
Όπως δεν ταιριάζουν αν γινόμουν τραγουδοποιός
ο Παπακωνσταντίνου ο Βασίλης κι ο Πασχάλης
όσο αντίθετα θέλγομαι απ τον Μπομπ Ντίλαν
τον Νίκος Σιδηρόπουλος
τον Άσιμος
Και πάνω απ όλα ήθελα να γίνω
λίγο απ την αφέλεια του ποιητή
να νομίζει πως
ο κόσμος είναι όπως τον έφτιαξε αυτός.
 

ΈΛΛΗΝΑΣ

    Δε θα συμφωνήσω με τους πολλούς που κλαίνε και μοιρολογούν πως δεν υπάρχουν πια Έλληνες και θα ξεκινήσω μ ένα βασικό συμπέρασμα που εκδ...